Konstantinos Kavafis

 



 

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης Ποιήματα
Η Έλλη Λαμπέτη διαβάζει Καβάφη - Ιθάκη

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη,
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Ένας γέρος

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος,
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.
Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κι εμορφιά.
Ξέρει που γέρασε πολύ�το νοιώθει, το κυττάζει.
Κι εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.
Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα,
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε, «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»
Θυμάται ορμές που βάσταγε, και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθε ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.
... Μα από το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι

Τα άλογα του Αχιλλέως

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τα άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως,
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο από την ζωή.
Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπε έτσι άσκεπτα να κάμω,
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατε εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή

Δέησις

Η θάλασσα στα βάθη της πήρε έναν ναύτη.--
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάνε καλοί καιροί --

κι όλο προς τον άνεμο στήνει το αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

Η κηδεία του Σαρπηδόνος

Βαρυάν οδύνη έχει ο Ζεύς. Τον Σαρπηδόνα
εσκότωσεν ο Πάτροκλος�και τώρα ορμούν
ο Μενοιτιάδης και οι Αχαιοί το σώμα
να αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.
Αλλά ο Ζεύς διόλου δεν στέργει αυτά.
Το αγαπημένο του παιδί - που το άφισε
και χάθηκεν, ο Νόμος ήταν έτσι -
τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.
Και στέλνει, ιδού, τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδα
ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασθεί.
Του ήρωος τον νεκρό με ευλάβεια και με λύπη
σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.
Τον πλένει από τες σκόνες κι από τα αίματα,
κλείει τες φοβερές πληγές, μη αφίνοντας
κανένα ίχνος να φανεί, της αμβροσίας
τα αρώματα χύνει επάνω του, και με λαμπρά
Ολύμπια φορέματα τον ντύνει.
Το δέρμα του ασπρίζει, και με μαργαριταρένιο
χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.
Τα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.
Τώρα σαν νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης -
στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξη -
αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,
με άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,
σε ξακουστόν αγώνα το βραβείον.
Έτσι σαν που τελείωσεν ο Φοίβος
την εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούς
τον Ύπνο και τον Θάνατο, προστάζοντάς τους
να παν το σώμα στην Λυκία, τον πλούσιο τόπο.
Και κατά εκεί τον πλούσιο τόπο, την Λυκία
τούτοι οδοιπόρησαν οι δυό αδελφοί
Ύπνος και Θάνατος, κι όταν πια έφθασαν
στην πόρτα του βασιλικού σπιτιού
παρέδοσαν το δοξασμένο σώμα,
και γύρισαν στες άλλες τους φροντίδες και δουλειές.
Κι ως τόλαβαν αυτού, στο σπίτι, αρχίνησε
με συνοδείες, και τιμές και θρήνους,
και με άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας,
και με όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή,
κι έπειτα έμπειροι από την πολιτείαν εργάται,
και φημισμένοι δουλευταί της πέτρας
ήλθανε κι έκαμαν το μνήμα και την στήλη.

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων,
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τα αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Το πρώτο σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης,
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κι ένα ειδύλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είναι υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα,
κι από το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θα αναιβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπε ο Θεόκριτος, «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κι ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι,
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι,
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

Che fece... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του

Η ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται -κωμικοτραγικές-
μες στα παληά των τα πετσιά τα αφανισμένα

Διακοπή

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς, 
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής. 
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια 
η Δήμητρα κι η Θέτις αρχινούν έργα καλά 
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Αλλά 
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια 
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ' επεμβαίνει

Τα παράθυρα

Σε αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. - Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει

Θερμοπύλες

Τιμή σε εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες,
δίκαιοι και ίσοι σε όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας και ευσπλαχνία,
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλι εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε�lt;/font>
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε

Απιστία

Πολλά άρα Ομήρου επαινούντες, αλλά τούτο
ουκ επαινεσόμεθα... ουδέ Αισχύλου, όταν φη η
Θέτις τον Απόλλω εν τοις αυτής γάμοις άδοντα
«ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας,
νόσων τους απείρους και μακραίωνας βίους.
Ξύμπαντά τ' ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας
παιών' επευφήμησεν, ευθυμών εμέ.
Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα
ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη:
Ο δε, αυτός υμνών,...
... αυτός εστιν ο κτανών
τον παίδα τον εμόν».
Πλάτων, Πολιτείας, II
Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θάβγαινε απ' την ένωσί των.
Είπε, Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρυνή ζωή. -Αυτά σαν είπε, η Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, κι ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του, 
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κι είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κι έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη,
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
που γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, που γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ' οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα

Περιμένοντας τους Βαρβάρους

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι και οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες,
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια�lt;/font>
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
με ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα,
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί και οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα,
κι αυτοί βαριούνται ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί να αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
και η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι και οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
κι είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.
Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε,
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας - 
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Επιθυμίες

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά --
έτσι οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν�χωρίς να αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Τρώες

Είναι η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων,
είναι η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι
παίρνουμε επάνω μας�κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.--

Είναι η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θα αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κι έξω στεκόμεθα ν' αγωνισθούμε.

Αλλά όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ' η απόφασίς μας χάνονται,
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει,
κι ολόγυρα από τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κι αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κι η Εκάβη κλαίνε.

Ο Βασιλεύς Δημήτριος

Ώσπερ ου βασιλεύς, αλλά υποκριτής,
μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιάν αντί
της τραγικής εκείνης, και διαλαθών
υπεχώρησεν.

Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες 
κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο 
ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην 
είχε ψυχή) καθόλου - έτσι είπαν - 
δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε 
κι έβγαλε τα χρυσά φορέματά του, 
και τα ποδήματά του πέταξε 
τα ολοπόρφυρα. Με ρούχα απλά 
ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε. 
Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός 
που όταν η παράστασις τελειώσει, 
αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.

Η Συνοδεία του Διονύσου

Ο Δάμων ο τεχνίτης (άλλον πιο ικανό 
στην Πελοπόννησο δεν έχει) εις παριανό 
μάρμαρο επεξεργάζεται την συνοδεία 
του Διονύσου. Ο θεός με θεσπεσία 
δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.
Ο Άκρατος πίσω. Στο πλάγι του Ακράτου 
η Μέθη χύνει στους Σατύρους το κρασί 
από αμφορέα που τον στέφουνε κισσοί. 
Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός, 
τα μάτια του μισοκλειστά, υπνωτικός. 
Και παρακάτω έρχονται οι τραγουδισταί
Μόλπος και Ηδυμελής, κι ο Κώμος που ποτέ 
να σβύσει δεν αφίνει της πορείας την σεπτή
λαμπάδα που βαστά, και, σεμνοτάτη, η Τελετή.-
Αυτά ο Δάμων κάμνει. Και κοντά σε αυτά
ο λογισμός του κάθε τόσο μελετά 
την αμοιβή του από των Συρακουσών 
τον βασιλέα, τρία τάλαντα, πολύ ποσόν. 
Με τα άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζύ 
σαν μπουν, ως εύπορος σπουδαία πια θα ζει, 
και θα μπορεί να πολιτεύεται - χαρά! - 
κι αυτός μες στην βουλή, κι αυτός στην αγορά.

Μονοτονία

Την μιά μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι - 
οι όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει,
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει

Ούτος Εκείνος

Άγνωστος - ξένος μες στην Αντιόχεια - Εδεσσηνός 
γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος 
ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία
ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή 
κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιϊα, 
και τόση έντασις σε ελληνική φρασιολογία, 
και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι.-
Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία 
τον βγάζει - το εξαίσιον Ούτος Εκείνος, 
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.

Τα βήματα

Σε εβένινο κρεββάτι στολισμένο
με κοραλλένιους αετούς, βαθυά κοιμάται
ο Νέρων -- ασυνείδητος, ήσυχος, και ευτυχής,
ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,
και στης νεότητος το ωραίο σφρίγος.

Αλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει
των Αηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο
τι ανήσυχοι που είν' οι Λάρητές του.
Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
και προσπαθούν τ' ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα να ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.
Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,
μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,
ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,
ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλο πέφτει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

Η πόλις

Είπες, «Θα πάγω σε άλλη γη, θα πάγω σε άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή,
κι είναι η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς,
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θα ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σε όλην την γη την χάλασες

Η Σατραπεία

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι και επιτυχία να σε αρνείται,
να σε εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες και ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, για άλλα κλαίει,
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τα ανεκτίμητα Εύγε,
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία�lt;/font>
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Μάρτιαι Ειδοί

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια,
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σε ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς, μη λείψεις να αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά, μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά), ας περιμένει ακόμη
και η Σύγκλητος αυτή, και ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

Τελειωμένα

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάμουμε
για ν αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν αυτός στον δρόμο,
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους -πού πιά καιρός- μας συνεπαίρνει.

Τυανεύς Γλύπτης

Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με ξέρουνε, κι εδώ αγάλματα πολλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.

Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστε αυτήν την Ρέα,
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήϊον. Ο Μάριος, 
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου του κιτρινωπού
εκείνα τα κομμάτια, είναι ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως για τα άλογά του, πώς να πλάσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν που
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνουν φανερά
που δεν πατούν την γη, μον τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
που δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσκεκτικά
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,
αυτόν εδώ ονειρεύομουν τον νέον Ερμή.

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτα, ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές - 
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, 
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου,
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις

Ιωνικόν

Γιατί τα σπάσαμε τ αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμε απ τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη,
σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ την ζωή των
και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή,
αόριστη, με διάβα γρήγορο,
επάνω από τους λόφους σου περνά

Η Δόξα των Πτολεμαίων

Είμαι ο Λαγίδης, βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως 
(με την ισχύ μου και τον πλούτο μου) της ηδονής. 
Ή Μακεδών, ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς 
ίσος μου, ή να με πλησιάζει καν. Είναι γελοίος 
ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή. 
Αν όμως σεις άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή. 
Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή, 
εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή.

Ιθάκη

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μένει η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες να αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια και έβενους,
κι ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις από τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειναι ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια να αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σε έδωσε το ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Τα επικίνδυνα

Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής 
στην Αλεξάνδρεια, επί βασιλείας 
αυγούστου Κώνσταντος κι αυγούστου Κωνσταντίου�
εν μέρει εθνικός, και εν μέρει χριστιανίζων), 
«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη, 
εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός. 
Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω, 
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες, 
στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες, 
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς 
κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω - 
και θάχω θέλησι, δυναμωμένος 
ως θάμαι με θεωρία και μελέτη - 
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω 
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.»

Φιλέλλην

Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό,
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά,
οχι υπερβολική, όχι πομπώδης-
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στη Ρώμη-
αλλά όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ' το άλλο μέρος,
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστείνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην,
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά;
πίσω από τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε και εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχονται από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.

Ηρώδης Αττικός

Ά του Ηρώδη του Αττικού τί δόξα είναι αυτή.
Ο Αλέξανδρος της Σελευκείας, από τους καλούς μας σοφιστάς, 
φθάνοντας στας Αθήνας να ομιλήσει, 
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Και η νεολαία 
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει. 
Ο σοφιστής Αλέξανδρος λοιπόν 
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή, 
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει. 
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς, 
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ και εγώ.»-
Πόσα παιδιά στην Αλεξάνδρεια τώρα, 
στην Αντιόχεια, ή στην Βηρυτό 
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός), 
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια 
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά, 
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια, 
έξαφν' αφηρημένα σιωπούν. 
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των, 
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη - 
ποιος άλλος σοφιστής τα αξιώθηκεν αυτά; - 
κατά που θέλει και κατά που κάμνει 
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν, 
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν, 
μήτε να εκλέγουν πια, να ακολουθούνε μόνο.

Αλεξανδρινοί βασιλείς

Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξη των στρατιωτών.

Ο Αλέξανδρος -- τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος -- τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του με άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί έννοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήταν ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις και εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών),
κι οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κι ενθουσιάζονταν, και επευφημούσαν
ελληνικά, κι αιγυπτιακά, και ποιοί εβραίικα,
γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα --
με όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες.

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
και επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κι αισθάνονται τα χέρια σαν να αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....

Στην εκκλησία

Την εκκλησία αγαπώ - τα εξαπτέρυγά της,
τα ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.
Εκεί σαν μπω, μες σε εκκλησία των Γραικών,
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
με τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό-
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό-
ο νους μου πιαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας, 
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.

Πολύ σπανίως

Είναι ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος από τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμα αυτός στα νειάτα.
Εφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν οι οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την,
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μιά ξένη φορτική.

Του μαγαζιού

Τα τύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Από ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι,
από αμεθύστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει,

τα θέλησε, τα βλέπει ωραία, όχι όπως στην φύσι
τα είδεν ή τα σπούδασε. Μες στο ταμείον θα τα αφίσει,

δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής.
Στο μαγαζί σαν μπει αγοραστής κανείς

βγάζει από τες θήκες άλλα και πουλεί -- περίφημα στολίδια --
βραχιόλια, αλυσίδες, περιδέραια, και δαχτυλίδια.

Επήγα

Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κι επήγα. 
Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές, 
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν, 
επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα. 
Κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς 
που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

Λυσίου γραμματικού τάφος

Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη 
της Βηρυτού θάψαμε τον σοφό Λυσία, 
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει. 
Τον θέσαμε κοντά σε αυτά του που θυμάται 
ίσως και εκεί - σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία. 
Κι επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται 
ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.

Ευρίωνος τάφος

Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον, 
ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου, 
που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι, 
είναι θαμένος ο ωραίος Ευρίων. 
Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων. 
Από τον πατέρα του, γενιά παληά των Μακεδόνων,
από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά. 
Έκαμε μαθητής του Αριστοκλείτου στην φιλοσοφία, 
του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά 
γράμματα σπούδασε. Του Αρσινοϊτου 
νομού συνέγραψε ιστορίαν. Αυτό τουλάχιστον θα μείνει. 
Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο - την μορφή του, 
που ήτανε σαν μια απολλώνια οπτασία.

Πολυέλαιος

Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι, 
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά, 
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορώνει,
και μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρώνει 
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.
Μες στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη 
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά, 
διόλου συνειθισμένο φως δεν είν' αυτό που βγαίνει. 
Για άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη 
αυτής της ζέστης η ηδονή.

Μακρυά

Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πώ...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει - 
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Αυγούστου - Αύγουστος ήταν; - η βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια�ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
Α ναι, μαβιά, ένα περίφημο μαβί.

Σοφοί δε προσιόντων

«Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων,
σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.»
Φιλόστρατος. Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον, VIII, Ζ
Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοιχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή
αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

Ο Θεόδοτος

Αν είσαι από τους αληθινά εκλεκτούς,
την επικράτησί σου κύταζε πώς αποκτάς.
Οσο κι αν δοξασθείς, τα κατορθώματά σου
στην Ιταλία και στην Θεσσαλία
όσο κι αν διαλαλούν η πολιτείες,
όσα ψηφίσματα τιμητικά
κι αν σε έβγαλαν στη Ρώμη οι θαυμασταί σου,
μήτε η χαρά σου μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν,
μήτε ανώτερος -- τι ανώτερος; -- άνθρωπος θα αισθανθείς,
όταν, στην Αλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,
επάνω σε σινί αιματωμένο,
του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι.

Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου
περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,
τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.
Ισως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
το νοικοκυρεμένο σπίτι μπαίνει --
αόρατος, άϋλος -- ο Θεόδοτος,
φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

Στου καφενείου την είσοδο

Την προσοχή μου κάτι που είπαν πλάγι μου 
διεύθυνε στου καφενείου την είσοδο. 
Κι είδα το ωραίο σώμα που έμοιαζε 
σαν απο την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο Ερως - 
πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά�amp;nbsp;
υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα�amp;nbsp;
πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο 
κι αφίνοντας από των χεριών του το άγγιγμα 
ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια, και στα χείλη.

Ομνύει
Ομνύει κάθε τόσο να αρχίσει πιο καλή ζωή.
Αλλλα όταν έλθει η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της�lt;/font>
αλλ' όταν έλθει η νύχτα με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.

Μια νύχτα

Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη, 
κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα. 
Από το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι, 
το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω 
ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών 
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.
Και εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι 
είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη 
τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης - 
τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα 
που γράφω, έπειτα από τόσα χρόνια!, 
μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

Θάλασσα του πρωϊού

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο. 
Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού 
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη, όλα 
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά 
(τα είδ' αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα), 
κι όχι κι εδώ τες φαντασίες μου, 
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

Ζωγραφισμένα

Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ. 
Μα της συνθέσεως με αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης. 
Η μέρα με επηρέασε. Η μορφή της 
όλο και σκοτεινιάζει. Ολο φυσά και βρέχει. 
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω. 
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα 
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι 
επλάγιασεν, αφού θα απέκαμε να τρέχει. 
Τι ωραίο παιδί, τι θείο μεσημέρι το έχει 
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει.- 
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα. 
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ΄την δούλεψή της.

Οροφέρνης

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μοιάζει σαν να χαμογελά το πρόσωπό του,
το έμορφο, λεπτό του πρόσωπο,
αυτός είναι ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Παιδί τον έδιωξαν από την Καππαδοκία,
από το μεγάλο πατρικό παλάτι,
και τον εστείλανε να μεγαλώσει
στην Ιωνία, και να ξεχασθεί στους ξένους.

Α εξαίσιες της Ιωνίας νύχτες
που άφοβα, κι ελληνικά όλως διόλου
εγνώρισε πλήρη την ηδονή.
Μες στην καρδιά του, πάντοτε Ασιανός,
αλλά στους τρόπους του και στην λαλιά του Έλλην,
με περουζέδες στολισμένος, ελληνοντυμένος,
το σώμα του με μύρον ιασεμιού ευωδιασμένο,
κι από τους ωραίους της Ιωνίας νέους,
ο πιο ωραίος αυτός, ο πιο ιδανικός.

Κατόπι σαν οι Σύροι στην Καππαδοκία
μπήκαν, και τον εκάμαν βασιλέα,
στην βασιλεία χύθηκεν επάνω
για να χαρεί με νέον τρόπο κάθε μέρα,
για να μαζεύει αρπαχτικά χρυσό κι ασήμι,
και για να ευφραίνεται, και να κομπάζει,
βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα να γυαλίζουν.
Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκησι -
ούτε ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.

Οι Καππαδόκες γρήγορα τον βγάλαν�lt;/font>
και στην Συρία ξέπεσε, μες στο παλάτι
του Δημητρίου να διασκεδάζει και να οκνεύει.

Μια μέρα ωστόσο την πολλήν αργία του
συλλογισμοί ασυνείθιστοι διεκόψαν�lt;/font>
θυμήθηκε που από την μητέρα του Αντιοχίδα,
κι από την παληάν εκείνη Στρατονίκη,
κι αυτός βαστούσε από την κορώνα της Συρίας,
και Σελευκίδης ήτανε σχεδόν.
Για λίγο βγήκε από την λαγνεία κι από την μέθη,
κι ανίκανα, και μισοζαλισμένος
κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει,
κάτι να κάμει, κάτι να σχεδιάσει,
κι απέτυχεν οικτρά κι εξουδενώθη.

Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κι εχάθη�lt;/font>
ή ίσως η ιστορία να το πέρασε,
και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο
πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει.

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρι αφήκε από τα ωραία του νειάτα,
από την ποιητική εμορφιά του ένα φως,
μια μνήμη αισθητική αγοριού της Ιωνίας,
αυτός είναι ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Η Μάχη της Μαγνησίας

Έχασε την παληά του ορμή, το θάρρος του.
Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου
σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι ο επίλοιπος
βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος
τουλάχιστον διατείνεται. Απόψι κύβους παίζει�lt;/font>
έχει όρεξη να διασκεδάσει. Στο τραπέζι
βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τι αν στην Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία
έπεσε επάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια.
Μπορεί να τα μεγάλωσαν�όλα δεν θάναι αλήθεια.
Είθε. Γιατί αγκαλά κι εχθρός, ήσανε μιά φυλή.
Όμως ένα «είθε» είναι αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.
Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θα αναβάλει.
Όσο και αν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη,
ένα καλό διατήρησεν η μνήμη διόλου δεν του λείπει.
Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν, τι είδος λύπη
είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.-
Να αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι�τους αυλούς, τη φωταψία.

Μανουήλ Κομνηνός

Ο βασιλεύς κυρ Μανουήλ ο Κομνηνός
μια μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου
αισθάνθηκε τον θάνατο κοντά. Οι αστρολόγοι
(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν
που άλλα πολλά χρόνια θα ζήσει ακόμη.
Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος
παληές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,
κι από τα κελλιά των μοναχών προστάζει
ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,
και τα φορεί, κι ευφραίνεται που δείχνει
όψι σεμνήν ιερέως ή καλογήρου.
Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,
και σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μες την πίστι των σεμνότατα.

Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου

Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης 
Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία 
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι. 
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα, 
πτωχοντυμένος και πεζός. Ετσι μια ειρωνία 
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην Ρώμη 
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν 
σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων 
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν 
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των 
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει. 
Αλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό των 
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια�
να μη ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη, 
που λέγονται (αλλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.
Για αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης 
Δημήτριος, κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο 
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό, 
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς 
θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα, 
για να παρουσιασθεί στην Ρώμη καθώς πρέπει, 
σαν Αλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.
Αλλά ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία, 
ήξερε την δουλειά του και τ' αρνήθηκε όλα�amp;nbsp;
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες. 
Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην Ρώμη, 
και κόνεψε σε ενός μικρού τεχνίτου σπίτι. 
Κι έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης 
και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο, 
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.

Όταν διεγείρονται

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλε τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα, ή μες την λάμψι του μεσημεριού.

Εν τη οδώ

Το συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ωχρό,
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα, 
είκοσι πέντε ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι, 
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμό του
- τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου - 
ασκόπως περπατεί μες στην οδό, 
ακόμη σαν υπνωτισμένος από την άνομη ηδονή, 
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.

Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος

Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι 
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματα αργυρά, 
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά 
τελών - θυσίας και σπονδάς - τω Ενδυμίωνι, 
από την Αλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά.-
Ιδού το άγαλμα. Εν εκστάσει βλέπω νυν 
του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν. 
Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου, κι ευοίωνοι
επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.

Εν πόλει της Οσροηνής

Από της ταβέρνας τον καυγά μας φέραν πληγωμένο 
τον φίλον Ρέμωνα χθες περί τα μεσάνυχτα. 
Από τα παράθυρα που αφίσαμεν ολάνοιχτα, 
το ωραίο του σώμα στο κρεββάτι φώτιζε η σελήνη. 
Είμεθα ένα κράμα εδώ, Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι. 
Τέτοιος κι ο Ρέμων είναι. Ομως χθες σαν φώτιζε 
το ερωτικό του πρόσωπο η σελήνη, 
ο νους μας πήγε στον πλατωνικό Χαρμίδη.

Πέρασμα

Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είναι ανοιχτά,
φανερωμένα εμπρός του. Και γυρνά, και ξενυχτά,
και παρασύρεται. Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό,
το αίμα του, καινούριο και ζεστό,
η ηδονή το χαίρεται. Το σώμα του νικά
έκνομη ερωτική μέθη, και τα νεανικά
μέλη ενδίδουνε σε αυτήν.
Κι έτσι ένα παιδί απλό
γένεται άξιο να το δούμε, κι από τον Υψηλό
της Ποιήσεως Κόσμο μια στιγμή περνά κι αυτό -
το αισθητικό παιδί με το αίμα του καινούριο και ζεστό.

Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610

Ραφαήλ, ολίγους στίχους σε ζητούν
για επιτύμβιον του ποιητού Αμμόνη να συνθέσεις.
Κάτι πολύ καλαίσθητον και λείον. Συ θα μπορέσεις, 
είσαι ο κατάλληλος, να γράψεις ως αρμόζει
για τον ποιητήν Αμμόνη, τον δικό μας.

Βέβαια θα πεις για τα ποιήματά του - 
αλλά να πεις και για την εμορφιά του,
για την λεπτή εμορφιά του που αγαπήσαμε.

Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι.
Όμως την μαστοριά σου όληνα τη θέμε τώρα.
Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας κι η αγάπη μας περνούν.
Το αιγυπτιακό σου αίσθημα χύσε στην ξένη γλώσσα.

Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν
που νάχουν, ξέρεις, από την ζωή μας μέσα των,
που κι ο ρυθμός κι η κάθε φράσις να δηλούν
που για Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός.

Ένας Θεός των

Όταν κανένας των περνούσεν από της Σελευκείας
την αγορά, περί την ώρα που βραδυάζει,
σαν υψηλός και τέλεια ωραίος έφηβος,
με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια,
με τα αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά,
οι διαβάται τον εκύτταζαν
κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσεν αν τον γνώριζε,
κι αν ήταν Έλλην της Συρίας, ή ξένος. Αλλά μερικοί,
που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν,
εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν�lt;/font>
κι ενώ εχάνετο κάτω από τες στοές,
μες στες σκιές και μες στα φώτα της βραδυάς,
πηαίνοντας προς την συνοικία που την νύχτα
μονάχα ζει, με όργια και κραιπάλη,
και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,
ερέμβαζαν ποιος τάχα ήταν εξ Αυτών,
και για ποιαν ύποπτην απόλαυσί του
στης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεν
από τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.

Εν εσπέρα

Πάντως δε θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Αλλά όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.
Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι από της νεότητός μας των δυονώ την πύρα,
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.
Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά-
βγήκα να αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.

Ηδονή

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών 
που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα. 
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα 
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.

Γκρίζα

Κυττάζοντας ένα οπάλιο μισό γκρίζο 
θυμήθηκα δυό ωραία γκρίζα μάτια 
που είδα, θάναι είκοσι χρόνια πριν...
Για ένα μήνα αγαπηθήκαμε. 
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη, 
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.
Θα ασχήμισαν - αν ζει - τα γκρίζα μάτια, 
θα χάλασε τα ωραίο πρόσωπο.
Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν. 
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν, 
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.

Ιασή Τάφος

Κείμαι ο Ιασής ενταύθα. Της μεγάλης ταύτης πόλεως 
ο έφηβος ο φημισμένος για εμορφιά. 
Με εθαύμασαν βαθείς σοφοί, κι επίσης ο επιπόλαιος, 
ο απλούς λαός. Και χαίρομουν ίσα και για
τα δυό. Μα από το πολύ να με έχει ο κόσμος Νάρκισσο κι Ερμή, 
η καταχρήσεις με έφθειραν, με εσκότωσαν. Διαβάτη, 
αν είσαι Αλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή 
του βίου μας, τί θέρμην έχει, τι ηδονή υπερτάτη.

Εν Τω Μηνί Αθύρ

Με δυσκολία διαβάζω στην πέτρα την αρχαία.
«Κύ[ρι]ε Ιησού Χριστέ». Ένα «Ψυ[χ]ήν» διακρίνω. 
«Εν τω μη[νί] Αθύρ» «Ο Λεύκιο[ς] ε[κοιμ]ήθη».
Στη μνεία της ηλικίας «Εβί[ωσ]εν ετών»,
το Κάππα Ζήτα δείχνει που νέος εκοιμήθη. 
Μες στα φθαρμένα βλέπω «Αυτό[ν]... Αλεξανδρέα».
Μετά έχει τρείς γραμμές πολύ ακρωτηριασμένες�lt;/font>
μα κάτι λέξεις βγάζω - σαν «δ[ά]κρυα ημών», «οδύνην»,
κατόπιν πάλι «δάκρυα», και «[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος».
Με φαίνεται που ο Λεύκιος μεγάλως θ' αγαπήθη.
Εν τω μηνί Αθύρ ο Λεύκιος εκοιμήθη.

Ετσι πολύ ατένισα

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα, 
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.
Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά. 
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα�amp;nbsp;
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι, 
και πέφτουν, λίγο, επάνω στα άσπρα μέτωπα. 
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν 
η ποίησίς μου... μες στες νύχτες της νεότητός μου, 
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα...

Ιγνατίου τάφος

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τα άλογα και για τ' αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε, εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος�lt;/font>
τα εικοσιοκτώ μου χρόνια να σβυσθούν.
Είμαι ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα, αλλά όμως κι έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

Μέρες του 1903

Δεν τα ηύρα πιά ξανά - τα τόσο γρήγορα χαμένα...
τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό
το πρόσωπο... στο νύχτωμα του δρόμου...
Δεν τα ηύρα πιά - τα αποκτηθέντα κατά τύχην όλως, 
που έτσι εύκολα παραίτησα
και που κατόπιν με αγωνίαν ήθελα. 
Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο,
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πιά.

Η προθήκη του καπνοπωλείου

Κοντά σε μια κατάφωτη προθήκη 
καπνοπωλείου εστέκονταν, ανάμεσα σε άλλους πολλούς. 
Τυχαίως τα βλέμματά των συναντήθηκαν, 
και την παράνομην επιθυμία της σαρκός των 
εξέφρασαν δειλά, διστακτικά. 
Έπειτα, ολίγα βήματα στο πεζοδρόμιο ανήσυχα - 
ως που εμειδίασαν, κι ένευσαν ελαφρώς.
Και τότε πια το αμάξι το κλεισμένο... 
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων�amp;nbsp;
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.

Καισαρίων

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, 
εν μέρει και την ώρα να περάσω, 
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή 
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω. 
Οι άφθονοι έπαινοι κι οι κολακείες 
εις όλους μοιάζουν. Ολοι είναι λαμπροί, 
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί�lt;/font>
καθε επιχείρησίς των σοφοτάτη. 
Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές, 
όλες οι Βερενίκες κ' οι Κλεοπάτρες θαυμαστές.
Οταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω 
θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή, 
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος 
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως...
Α, να, ήρθες συ με την αόριστη 
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες 
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα, 
κι έτσι πιο ελεύθερα σε έπλασα μες στο νού μου. 
Σε έπλασα ωραίο κι αισθηματικό. 
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δείνει 
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά. 
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα, 
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν 
η λάμπα μου -άφισα επίτηδες να σβύνει- 
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου, 
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες ως θα ήσουν 
μες στην κατακτημένην Αλεξάνδρεια, 
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου, 
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν 
οι φαύλοι - που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη»

Θυμήσου, σώμα...

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κι ετρέμανε μες στη φωνή -- και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες -- πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν,
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Λάνη τάφος

Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε, 
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες κι ώρες. 
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου 
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα, 
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τι είχε που να αξίζει, 
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τι είχες αγαπήσει.
Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου 
το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο, 
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία 
μόλις είδε τον φίλο σου κι ήθελε να σας πείσει 
που ως Υάκινθον εξ άπαντος έπρεπε να τον κάμει 
(με αυτόν τον τρόπο πιο πολύ θ' ακούονταν η εικών του).
Μα ο Λάνης σου δεν δάνειζε την εμορφιά του έτσι,
και σταθερά εναντιωθείς είπε να παρουσιάσει 
όχι διόλου τον Υάκινθον, όχι κανέναν άλλον, 
αλλά τον Λάνη, υιό του Ραμετίχου, Αλεξανδρέα.

Νόησις

Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος --
πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες....

Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφόνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Για αυτό κι η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κι η αποφάσεις μου να κρατηθώ, να αλλάξω
διαρκούσαν δύο εβδομάδες το πολύ.

Η διορία του Νέρωνος

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε 
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό. 
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται». 
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί. 
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή 
είναι η διορία που ο θεός τον δίδει 
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.
Τώρα στη Ρώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο, 
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό, 
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως- 
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια... 
Των πόλεων της Αχαϊας εσπέρες... 
Α των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων...
Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας 
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί, 
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.

Πρέσβεις απ' την Αλεξάνδρεια

Δεν είδαν, επί αιώνας, τέτοια ωραία δώρα στους Δελφούς
σαν τούτα που εστάλθησαν από τους δύο τους αδελφούς,
τους αντιζήλους Πτολεμαίους βασιλείς. Αφού τα πήραν
όμως, ανησύχησαν οι ιερείς για τον χρησμό. Την πείραν
όλην των θα χρειασθούν το πώς με οξύνοιαν να συνταχθεί,
ποιός από τους δυο, ποιός από τέτοιους δυο να δυσαρεστηθεί.
Και συνεδριάζουνε την νύχτα μυστικά
και συζητούν των Λαγιδών τα οικογενειακά.

Αλλά ιδού οι πρέσβεις επανήλθαν. Χαιρετούν.
Στην Αλεξάνδρεια επιστρέφουν, λεν. Και δεν ζητούν
χρησμό κανένα. Κι οι ιερείς τα ακούνε με χαρά
(εννοείται, που κρατούν τα δώρα τα λαμπρά),
αλλά είναι και στο έπακρον απορημένοι,
μη νοιώθοντας τι η εξαφνική αδιαφορία αυτή σημαίνει.
Γιατί αγνοούν που χθες στους πρέσβεις ήλθαν νέα βαρυά.
Στη Ρώμη δόθηκε ο χρησμός, έγεινε εκεί η μοιρασιά.

Αριστόβουλος

Κλαίει το παλάτι, κλαίει ο βασιλεύς, 
απαρηγόρητος θρηνεί ο βασιλεύς Ηρώδης, 
η πολιτεία ολόκληρη κλαίει για τον Αριστόβουλο 
που έτσι άδικα, τυχαίως πνίχθηκε 
παίζοντας με τους φίλους του μες στο νερό.
Κι όταν το μάθουνε και στα άλλα μέρη, 
όταν επάνω στην Συρία διαδοθεί, 
κι από τους Ελληνας πολλοί θα λυπηθούν,
όσοι ποιηταί και γλύπται θα πενθήσουν, 
γιατί είχεν ακουσθεί σε αυτούς ο Αριστόβουλος, 
και ποια τους φαντασία για έφηβο ποτέ 
έφθασε τέτοιαν εμορφιά σαν του παιδιού αυτού,
ποιο άγαλμα θεού αξιώθηκεν η Αντιόχεια 
σαν το παιδί αυτό του Ισραήλ.
Οδύρεται και κλαίει η Πρώτη Πριγκηπέσσα,
η μάνα του, η πιο μεγάλη Εβρέσσα. 
Οδύρεται και κλαίει η Αλεξάνδρα για την συμφορά.-
Μα σαν βρεθεί μονάχη της αλλάζει ο καυμός της. 
Βογγά, φρενιάζει, βρίζει, καταριέται. 
Πώς την εγέλασαν! Πώς την φενάκισαν! 
Πώς επί τέλους έγινε ο σκοπός των! 
Το ρήμαξαν το σπίτι των Ασαμωναίων. 
Πώς το κατόρθωσε ο κακούργος βασιλεύς,
ο δόλιος, ο φαύλος, ο αλιτήριος. 
Πώς το κατόρθωσε. Τι καταχθόνιο σχέδιο 
που να μη νοιώσει κι η Μαριάμμη τίποτε. 
Αν ένοιωθε η Μαριάμμη, αν υποπτεύονταν,
θάβρισκε τρόπο το αδέρφι της να σώσει,
βασίλισσα είναι τέλος, θα μπορούσε κάτι. 
Πώς θα θριαμβεύουν τώρα και θα χαίρονται κρυφά 
οι μοχθηρές εκείνες, Κύπρος και Σαλώμη,
οι πρόστυχες γυναίκες Κύπρος και Σαλώμη.- 
Και νάναι ανίσχυρη, κι αναγκασμένη 
να κάνει που πιστεύει τες ψευτιές των,
να μη μπορεί προς τον λαό να πάγει, 
να βγει και να φωνάξει στους Εβραίους, 
να πει, να πει πώς έγινε το φονικό.

Εις το επίνειον

Νέος, είκοσι οκτώ ετών, με πλοίον τήνιον
έφθασε εις τούτο το συριακόν επίνειον
ο Εμης, με την πρόθεσι να μάθει μυροπώλης.
Ομως αρρώστησε εις τον πλούν. Και μόλις
απεβιβάσθη, πέθανε. Η ταφή του, πτωχοτάτη,
έγινε εδώ. Ολίγες ώρες πριν πεθάνει κάτι
ψιθύρισε για «οικίαν», για «πολύ γέροντας γονείς».
Μα ποιοί ήσαν τούτοι δεν εγνώριζε κανείς,
μήτε ποιά η πατρίς του μες στο μέγα πανελλήνιον.
Καλλίτερα. Γιατί έτσι ενώ
κείται νεκρός σ' αυτό το επίνειον,
θα τον ελπίζουν πάντα οι γονείς του ζωντανό.

Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.

Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία,
και θα αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει
κανείς από όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν. -

Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

Απ' τες εννιά

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.
Το είδωλον του νέου σώματός μου,
από τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή - τι τολμηρή ηδονή!
Κι επίσης με έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.
Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και με έφερε και τα λυπητερά�lt;/font>
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

Κάτω από το σπίτι

Χθες περπατώντας σε μια συνοικία
απόκεντρη, πέρασα κάτω από το σπίτι
που έμπαινα σαν ήμουν νέος πολύ. 
Εκεί το σώμα μου είχε λάβει ο Έρως
με την εξαίσια του ισχύν.

Και χθές
σαν πέρασα από τον δρόμο τον παληό,
αμέσως ωραϊσθηκαν απ' την γοητεία του έρωτος
τα μαγαζιά, τα πεζοδρόμια, η πέτρες, 
και τοίχοι, και μπαλκόνια, και παράθυρα,
τίποτε άσχημο δεν έμεινεν εκεί.

Και καθώς στέκομουν, κι εκύτταζα την πόρτα,
και στέκομουν, κι εβράδυνα κάτω από το σπίτι, 
η υπόστασίς μου όλη απέδιδε
την φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι.

Το διπλανό τραπέζι

Θάναι μόλις είκοσι δυο ετών.
Κι όμως εγώ είμαι βέβαιος που, σχεδόν τα ίσα 
χρόνια προτήτερα, το ίδιο σώμα αυτό το απήλαυσα.

Δεν είναι διόλου έξαψις ερωτισμού.
Και μοναχά προ ολίγου μπήκα στο καζίνο,
δεν είχα ούτε ώρα για να πιω πολύ. 
Το ίδιο σώμα εγώ το απήλαυσα.

Κι αν δεν θυμούμαι, που - ένα ξέχασμά μου δεν σημαίνει.

Α τώρα, να, που κάθησε στο διπλανό τραπέζι
γνωρίζω κάθε κίνησι που κάμνει - κι από τα ρούχα κάτω
γυμνά τα αγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.

Ο ήλιος του απογεύματος

Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω. 
Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κι η πλαγινή 
για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε 
γραφεία μεσιτών, κι εμπόρων, κι Εταιρείες.
Ά η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.
Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές, 
κ' εμπρός του ένα τούρκικο χαλί,
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα. 
Δεξιά, όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέφτη. 
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε�amp;nbsp;
κι οι τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες. 
Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.
Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.
Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι,
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά.
... Απόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί 
για μια εβδομάδα μόνο... Αλλοίμονον, 
η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.

Ίμενος

«... Να αγαπηθεί ακόμη περισσότερον
η ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται,
σπάνια το σώμα βρίσκοντας που αισθάνεται όπως θέλει αυτή - 
που νοσηρώς και με φθορά, παρέχει
μιαν έντασιν ερωτική, που δεν γνωρίζει η υγεία...»
Απόσπασμα από μιαν επιστολή 
του νέου Ιμένου (εκ πατρικίων) διαβοήτου
εν Συρακούσαις επί ασωτία, 
στους άσωτους καιρούς του τρίτου Μιχαήλ.

Των Εβραίων (50 μ.Χ.)

Ζωγράφος και ποιητής, δρομεύς και δισκοβόλος, 
σαν Ενδυμίων έμορφος, ο Ιάνθης Αντωνίου. 
Από οικογένειαν φίλην της Συναγωγής.
«Η τιμιότερές μου μέρες είναι εκείνες 
που την αισθητική αναζήτησιν αφίνω, 
που εγκαταλείπω τον ωραίο και σκληρόν ελληνισμό, 
με την κυρίαρχη προσήλωσι 
σε τέλεια καμωμένα και φθαρτά άσπρα μέλη. 
Και γένομαι αυτός που θα ήθελα 
πάντα να μένω�των Εβραίων, των ιερών Εβραίων, ο υιός.»
Ένθερμη λίαν η δήλωσις του. «Πάντα 
να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων -»
Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου. 
Ο Ηδονισμός κι η Τέχνη της Αλεξανδρείας 
αφοσιωμένο τους παιδί τον είχαν.

Να μείνει

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.
Σε μια γωνιά του καπηλειού,
πίσω από το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυό το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.
Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμε εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.
Τα ενδύματα μισανοίχθησαν - πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.
Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισανοιγμένα ενδύματα,
γρήγορο σάρκας γύμνωμα - που το ίνδαλμά του
είκοσι έξη χρόνους διάβηκε, και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)

Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη!
Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,
να παύσει την ταπείνωσι που από τον καιρό της μάχης
της Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.

Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,
με τους στρατούς της, με τους στόλους της,
με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.

Υπέφερε, πικραίνονταν στην Ρώμη
σαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,
της νεολαίας των μεγάλων οίκων,
μες σε όλην την λεπτότητα και την ευγένεια
που έδειχναν σε αυτόν, του βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό -
σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφή
ολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες,
που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,
για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.
Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε
που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι,
ιδού που έχει θέλησιν αυτός,
θα αγωνισθεί, θα κάμει, θ' ανυψώσει.

Αρκεί να βρει έναν τρόπο στην Ανατολή να φθάσει,
να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία - 
κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει
μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν
αυτή θα μεταδώσει στον λαό.

Α στην Συρία μονάχα να βρεθεί!
Έτσι μικρός απ' την πατρίδα έφυγε
που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.
Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα
σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις,
σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων.-

Και τώρα;
Τώρα απελπισία και καϋμός.
Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Ρώμη.
Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείες
που έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.

Αδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν�που, κι εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τα άλλα - ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.
Αυτή η Συρία - σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
αυτή είναι η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.

Του Πλοίου

Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή,
με το μολύβι απεικόνισίς του.

Γρήγορα καμωμένη, στο κατάστρωμα του πλοίου,
ένα μαγευτικό απόγευμα.
Το Ιόνιον Πέλαγος ολόγυρά μας.

Τον μοιάζει. Όμως τον θυμούμαι σαν πιο έμορφο.
Μέχρι παθήσεως ήταν αισθητικός,
κι αυτό εφώτιζε την έκφρασί του.
Πιο έμορφος με φανερώνεται
τώρα που η ψυχή μου τον ανακαλεί, από τον Καιρό.

Από τον Καιρό. Είναι όλα αυτά τα πράγματα πολύ παληά -
το σκίτσο, και το πλοίο, και το απόγευμα.

Είγε Ετελεύτα

«Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;
Έπειτα από τα θαύματά του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του
που διεδόθηκεν εις τόσα έθνη
εκρύφθηκε αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ουδέ κανείς ποτέ είδεν τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως, τίποτε
για θάνατο του Απολλωνίου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είναι εκείνη η ιστορία
αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη,
στο αρχαίο της Δικτύννης ιερόν.-
Αλλά όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσικήν εμφάνισί του
εις έναν νέον σπουδαστή στα Τύανα.-
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός για να επιστρέψει,
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι,
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος.- Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά�και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας,
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.»

Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία - 
μετά μια ανάγνωσι του Φιλοστράτου
«Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» -
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε - ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός - στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ' ήν βασίλευεν,
εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,
κι η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.
Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω
κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.
Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.
μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει»-
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ' ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε:
«Α δεν με αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λειποψυχίες.
Δόσε -κηρύττω- στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Ετσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι από τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό-
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη».

Για Νάρθουν-

Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Αγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.

Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως - 
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Αγάπης, για νάρθουν η Σκιές.

Ο Δαρείος

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Από αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κι Ευπάτωρ). Αλλά εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία, πρέπει να αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην�όχι όμως - μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Αλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κι Ευπάτωρ,
με ελληνικά ποιήματα να ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο - φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
να αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά να αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Αλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Αμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε με αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Ασίας προστάται, βοηθήστε μας.-

Όμως μες σε όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κι η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται - 
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην,
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

Άννα Κομνηνή

Στον πρόλογο της Αλεξιάδος της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλιγγον είναι η ψυχή της. «Και
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω
τους οθφαλμούς..... Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα,
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην το ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, με όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν' αποκτήσει, μα την πήρε
σχεδόν μέσα από τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Βυζαντινός Άρχων, Εξόριστος, Στιχουργών

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.
Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε
επιμελέστατος. Και θα επιμείνω,
ότι κανείς καλλίτερά μου δεν γνωρίζει
Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.
Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,
εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά, 
εμένα συμβουλεύονταν, εμένα πρώτον.
Αλλά εξόριστος εδώ (να όψεται η κακεντρεχής
Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,
ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζω
εξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών - 
να διασκεδάζω με μυθολογήματα
Ερμού, και Απόλλωνος, και Διονύσου,
ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου�lt;/font>
και να συνθέτω ιάμβους ορθοτάτους,
όπως - θα με επιτρέψετε να πω - οι λόγιοι
της Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.
Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είναι η αιτία της μομφής.

Η Αρχή των

Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής
έγινεν. Από το στρώμα σηκωθήκαν, 
και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν.
Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά από το σπίτι, και καθώς
βαδίζουνε κάπως ανήσυχα στον δρόμο, μοιάζει
σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει
σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου.
Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή.
Αύριο, μεθαύριο, ή μετά χρόνια θα γραφούν
οι στίχ' οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.

Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα

Α δεν συγχίζομαι που έσπασε μια ρόδα 
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη. 
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα 
την νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει. 
Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός. 
Του Βάλα είμαι εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός. 
Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός. 
(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει - 
θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα�lt;/font>
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή.

Ο Δημάρατος

Το θέμα, ο Χαρακτήρ του Δημαράτου,
που τον επρότεινε ο Πορφύριος, εν συνομιλία,
έτσι το εξέφρασεν ο νέος σοφιστής
(σκοπεύοντας, μετά, ρητορικώς να το αναπτύξει).

«Πρώτα του βασιλέως Δαρείου, κι έπειτα
του βασιλέως Ξέρξη ο αυλικός,
και τώρα με τον Ξέρξη και το στράτευμά του,
να επί τέλους θα δικαιωθεί ο Δημάρατος.

»Μεγάλη αδικία τον έγινε.
Ήταν του Αρίστωνος ο υιός. Αναίσχυντα
εδωροδόκησαν οι εχθροί του το μαντείον.
Και δεν τους έφθασε που τον εστέρησαν την βασιλεία,
αλλά όταν πια υπέκυψε, και το απεφάσισε
να ζήσει με εγκαρτέρησιν ως ιδιώτης,
έπρεπε εμπρός και στον λαό να τον προσβάλουν,
έπρεπε δημοσία να τον ταπεινώσουν στην γιορτή.

»Όθεν τον Ξέρξη με πολύν ζήλον υπηρετεί.
Με τον μεγάλο Περσικό στρατό,
κι αυτός στην Σπάρτη θα ξαναγυρίσει,
και βασιλεύς σαν πριν, πως θα τον διώξει
αμέσως, πως θα τον εξευτελίσει
εκείνον τον ραδιούργον Λεωτυχίδη.

»Κι η μέρες του περνούν γεμάτες μέριμνα,
να δίδει συμβουλές στους Πέρσας, να τους εξηγεί
το πως να κάμουν για να κατακτήσουν την Ελλάδα.

»Πολλές φροντίδες, πολλή σκέψις και για τούτο
είν' έτσι ανιαρές του Δημαράτου η μέρες,
πολλές φροντίδες, πολλή σκέψις και για τούτο
καμιά στιγμή χαράς δεν έχει ο Δημάρατος,
γιατί χαρά δεν είναι αυτό που αισθάνεται
(δεν είναι, δεν το παραδέχεται,
πώς να το πει χαρά; εκορυφώθει η δυστυχία του)
όταν τα πράγματα τον δείχνουν φανερά
που οι Έλληνες θα βγούνε νικηταί.»

Εκόμισα εις την Τέχνη

Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες κι αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην - κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές, ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες. Ας αφεθώ σ' αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει Μορφήν της Καλλονής
σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις, συνδυάζουσα τες μέρες.

Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου

Έμεινε μαθητής του Αμμωνίου Σακκά δυο χρόνια,
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός,
κι οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή,
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Την περιέργειάν του είλκυσε
κομμάτι η Εκκλησία�να βαπτισθεί
και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα
την γνώμη του άλλαξε. Θα κάκιωνε ασφαλώς
με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς�lt;/font>
και θα του έπαυαν -πράγμα φρικτόν-
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών
των διεφθαρμένων οίκων της Αλεξανδρείας,
κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Η τύχη του εφάνει εις τούτο ευμενής,
τον έδωσε μορφήν εις άκρον ευειδή.
Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη
η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα -
ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.
Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,
πήγαινε σε άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού,
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν -αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

Τεχνουργός Κρατήρων

Εις τον κρατήρα αυτόν από αγνόν ασήμι -
που για του Ηρακλείδη έγινε την οικία,
ένθα καλαισθησία πολλή επικρατεί - 
ιδού άνθη κομψά, και ρύακες, και θυμοί,
κι έθεσα εν τω μέσω έναν ωραίον νέον,
γυμνόν, ερωτικόν, μες στο νερό την κνήμη
την μια του έχει ακόμη. -Ικέτευσα, ω μνήμη,
να σε εύρω βοηθόν αρίστην, για να κάμω
του νέου που αγαπούσα το πρόσωπον ως ήταν.
Μεγάλη η δυσκολία απέβη επειδή
ως δέκα πέντε χρόνια πέρασαν από την μέρα
που έπεσε, στρατιώτης, στης Μαγνησίας την ήτταν.

Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς,
τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος και ο Κριτόλαος.
Όταν θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινός σας. --

Εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιού�lt;/font>
έβδομον έτος Πτολεμαίου, Λαθύρου.

Προς τον Αντίοχον Επιφανή

Ο νέος Αντιοχεύς είπε στον βασιλέα, 
«Μες την καρδιά μου πάλλει μια προσφιλής ελπίς,
οι Μακεδόνες πάλι, Αντίοχε Επιφανή, 
οι Μακεδόνες είναι μες στην μεγάλη πάλη.
"Ας ήταν να νικήσουν - και σε όποιον θέλει δίδω 
τον λέοντα και τους ίππους, τον Πάνα από κοράλλι, 
και το κομψό παλάτι, και τους εν Τύρω κήπους, 
κι όσα άλλα με έχεις δώσει, Αντίοχε Επιφανή.»

Ίσως να συγκινήθη κομμάτι ο βασιλεύς.
Μα πάραυτα θυμήθη πατέρα κι αδελφόν, 
καί μήτε απεκρίθη. Μπορούσε ωτακουστής
να επαναλάβει κάτι. -Άλλωστε, ως φυσικόν,
ταχέως επήλθε εις Πύδναν η απαισία λήξις.

Σ' ένα βιβλίο παλιό-

Σε ένα βιβλίο παληό -περίπου εκατό ετών-
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιάν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερε ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».
Πλήν μάλλον ήρμοζε, «- του έρωτος των άκρως αισθητών».
Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στους οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς - με καστανά, βαθύχροα μάτια,
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων,
με τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα,
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τα αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.

Εν απογνώσει

Τον έχασε εντελώς.  Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του, στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ' εκείνον.

Τον έχασε εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε -είπε εκείνος-ήθελε να σωθεί
από την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή,
από την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη-ως είπε- να σωθεί.

Τον έχασε εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν. 
Από την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί,
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.

Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν

«Ορών ουν πολλήν μεν ολιγωρίαν ούσαν
ημίν προς τους θεούς» - λέγει με ύφος σοβαρόν.
Ολιγωρίαν. Μα τι περίμενε λοιπόν;
Όσο ήθελεν ας έκαμνεν οργάνωσι θρησκευτική,
όσο ήθελεν ας έγραφε στον αρχιερέα Γαλατίας, 
ή εις άλλους τοιούτους, παροτρύνων κι οδηγών.
Οι φίλοι του δεν ήσαν Χριστιανοί,
αυτό ήταν θετικόν. Μα δεν μπορούσαν κιόλας
να παίζουν σαν κι αυτόνα (τον Χριστιανομαθημένο)
με σύστημα καινούριας εκκλησίας,
αστείον και στην σύλληψι και στην εφαρμογή.
Έλληνες ήσαν επί τέλους. Μηδέν άγαν, Αύγουστε.

Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής

Μετά που επέστρεψε, περίλυπη, από την κηδεία του, 
η αδελφή του εγκρατώς και πράως ζήσαντος, 
του λίαν εγγραμμάτου Αντιόχου, βασιλέως
Κομμαγηνής, ήθελε ένα επιτύμβιον για αυτόν.
Κι ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος - ο κατοικών 
συχνά εν τω κρατιδίω της Κομμαγηνής, 
κι από τον οίκον τον βασιλικόν
ασμένως κι επανειλημμένως φιλοξενηθείς-
το έγραψε, τη υποδείξει Σύρων αυλικών, 
και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν.

«Του Αντιόχου του ευεργέτου βασιλέως
να υμνηθεί επαξίως, ω Κομμαγηνοί, το κλέος.
Ήταν της χώρας κυβερνήτης προνοητικός. 
Υπήρξε δίκαιος, σοφός, γενναίος. 
Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός - 
ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότης τιμιοτέραν,
εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.»

Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.)

Πολίτου εντίμου υιός-προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, ποικίλως αρεστός, 
ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται-θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.

Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.
Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

Η θεουργίες κι η επισκέψεις στους ναούς
των εθνικών. Οι ενθουσιασμοί για τους αρχαίους θεούς.

Με τον Χρυσάνθιον η συχνές συνομιλίες.
Του φιλοσόφου -του άλλωστε δεινού- Μαξίμου η θεωρίες.

Και να το αποτέλεσμα. Ο Γάλλος δείχνει ανησυχία
μεγάλην. Ο Κωνστάντιος έχει κάποιαν υποψία.

Α οι συμβουλεύσαντες δεν ήσαν διόλου συνετοί.
Παρέγινε -λέγει ο Μαρδόνιος- η ιστορία αυτή,

και πρέπει εξ άπαντος να παύσει ο θόρυβός της.-
Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλι αναγνώστης

στην εκκλησία της Νικομηδείας,
όπου μεγαλοφώνως και μετά ευλαβείας

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,
και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.

Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος

Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί, ήταν η περιστάσεις. 
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά-Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ. 
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί. 
Ήταν η περιστάσεις. Ή μήπως καλλιτέχνις 
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα 
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος,
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα 
των είκοσι τεσσάρων ετών το ωραίο παιδί.

Ήλθε για να διαβάσει --

Ήλθε για να διαβάσει. Είναι ανοιχτά
δυο, τρία βιβλία, ιστορικοί και ποιηταί.
Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
και τα παράτησε. Στον καναπέ
μισοκοιμάται. Ανήκει πλήρως στα βιβλία --
αλλά είναι είκοσι τριώ ετών, κι είναι έμορφος πολύ,
και σήμερα το απόγευμα πέρασε ο έρως
στην ιδεώδη σάρκα του, στα χείλη.
Στη σάρκα του που είναι όλο καλλονή
η θέρμη πέρασεν η ερωτική,
χωρίς αστείαν αιδώ για την μορφή της απολαύσεως.....

Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια

Από την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη

έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»

στους δρόμους διαλαλεί. Αλλ' η μεγάλη οχλοβοή,
κι η μουσικές, κι η παρελάσεις που αφίνουν να ακουσθεί.

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.
Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,

ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού - που στην Ελλάδα ο Αντώνιος νικά.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει
\
Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει
με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα
δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,
γεμάτο ρούχα κι έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

Θα του τα πάρουν -Ιησού Χριστέ!- θα του τα πάρουν τώρα.

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός
αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είναι επιεικής,
λίαν επιεικής. Αλλά οι περί αυτόν; αλλλα ο στρατός;-
Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

Κουτός! στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας-
που να μην έσωνε να την στεφανωθεί
ο κυρ Ανδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή
από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;
Μα ως κι οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.
Γελοία τα σχέδιά της, μωρά η ετοιμασία της όλη.
Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,
τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη
το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,
μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,
αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,
με την ιερατική του επιβολή,
με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,
και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες.

Τέμεθος, Αντιοχεύς�400 μ.Χ.

Στίχοι του νέου Τεμέθου του ερωτοπαθούς.
Με τίτλον «Ο Εμονίδης» - του Αντιόχου Επιφανούς 
ο προσφιλής εταίρος, ένας περικαλλής
νέος εκ Σαμοσάτων. Μα αν έγιναν οι στίχοι
θερμοί, συγκινημένοι είναι που ο Εμονίδης
(από την παλαιάν εκείνην εποχή�lt;/font>
το εκατόν τριάντα επτά της βασιλείας Ελλήνων! - 
ίσως και λίγο πριν) στο ποίημα ετέθη 
ως όνομα ψιλόν, ευάρμοστον εν τούτοις. 
Μια αγάπη του Τεμέθου το ποίημα εκφράζει, 
ωραίαν κι αξίαν αυτού. Εμείς οι μυημένοι
οι φίλοι του οι στενοί, εμείς οι μυημένοι
γνωρίζουμε για ποιόνα εγράφησαν οι στίχοι..
Οι ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν, Εμονίδην.

Από υαλί χρωματιστό

Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Ανδρονίκου Ασάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλη η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατά εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν.

Το 25ον έτος του βίου του

Πηγαίνει στην ταβέρνα τακτικά
που είχανε γνωρισθεί τον περασμένο μήνα.
Ρώτησε�μα δεν ήξεραν τίποτε να τον πουν.
Από τα λόγια των, κατάλαβε πως είχε γνωρισθεί
με ένα όλως άγνωστο υποκείμενον,
μια από τες πολλές άγνωστες κι ύποπτες
νεανικές μορφές που απ' εκεί περνούσαν.
Πηγαίνει όμως στην ταβέρνα τακτικά, την νύχτα,
και κάθεται και βλέπει προς την είσοδο,
μέχρι κοπώσεως βλέπει προς την είσοδο.
Ίσως να μπει. Απόψε ίσως ναρθεί.
Κοντά τρείς βδομάδες έτσι κάμνει.
Αρρώστησεν ο νους του από λαγνεία.
Στο στόμα του μείνανε τα φιλιά.
Παθαίνεται απ' τον διαρκή πόθον η σάρκα του όλη.
Του σώματος εκείνου η αφή είναι επάνω του.
Θέλει την ένωσι μαζύ του πάλι.
Να μην προδίδεται, το προσπαθεί εννοείται.
Μα κάποτε σχεδόν αδιαφορεί.-
Εξ άλλου, σε τι εκτίθεται το ξέρει,
το πήρε απόφασι. Δεν είναι απίθανον η ζωή του αυτή
σε σκάνδαλον ολέθριο να τον φέρει.

Εις Ιταλικήν παραλίαν

Ο Κήμος Μενεδώρου, Ιταλιώτης νέος,
τον βίον του περνά μέσα στες διασκεδάσεις, 
ως συνειθίζουν τούτοι οι απ' την Μεγάλη Ελλάδα
μες στα πολλά τα πλούτη αναθρεμένοι νέοι.

Μα σήμερα είναι λίαν, παρά το φυσικό του,
σύννους και κατηφής. Κοντά στην παραλίαν,
με άκραν μελαγχολίαν βλέπει που εκφορτώνουν
τα πλοία με την λείαν εκ της Πελοποννήσου.

Λάφυρα ελληνικά, η λεία της Κορίνθου.

Α σήμερα βεβαίως δεν είναι θεμιτόν, 
δεν είναι δυνατόν ο Ιταλιώτης νέος
νάχει για διασκεδάσεις καμιάν επιθυμίαν.

Στο πληκτικό χωριό

Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται - 
υπάλληλος σε ένα κατάστημα 
εμπορικό�νεότατος - και που αναμένει 
ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν, 
ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν οι δουλειές, 
κ' έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί 
στην κίνησι και στην διασκέδασιν ευθύς�amp;nbsp;
στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει - 
έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής, 
όλη η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμένη, 
εις έντασιν ωραίαν όλη η ωραία νεότης του. 
Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε, μέσα 
στον ύπνο βλέπει κι έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε...

Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδω

Για την αρμόζουσα παίδευσι κι αγωγή
ο Απολλώνιος ομιλούσε με έναν
νέον που έκτιζε πολυτελή
οικίαν εν Ρόδω. «Εγώ δε ες ιερόν»
είπεν ο Τυανεύς στο τέλος «παρελθών
πολλώ αν ήδιον εν αυτώ μικρώ
όντι άγαλμα ελέφαντός τε και χρυσού
ίδοιμι ή εν μεγάλω κεραμεούν τε και φαύλον.»-

Το «κεραμεούν» και «φαύλον», το σιχαμερό:
που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησι αρκετή)
αγυρτικώς εξαπατά. Το κεραμεούν και φαύλον.

Η αρρώστια του Κλείτου

Ο Κλείτος, ένα συμπαθητικό
παιδί, περίπου είκοσι τριώ ετών -
με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια -
ειν' άρρωστος βαρειά. Τον ηύρε ο πυρετός
που φέτος θέρισε στην Αλεξάνδρεια.

Τον ηύρε ο πυρετός εξαντλημένο κιόλας ηθικώς
από τον καϋμό που ο εταίρος του, ένας νέος ηθοποιός,
έπαυσε να τον αγαπά και να τον θέλει.

Είναι άρρωστος βαρειά, και τρέμουν οι γονείς του.

Και μια γρηά υπηρέτρια που τον μεγάλωσε,
τρέμει κι αυτή για την ζωή του Κλείτου.
Μες στην δεινήν ανησυχία της
στον νου της έρχεται ένα είδωλο
που λάτρευε μικρή, πριν μπει αυτού, υπηρέτρια,
σε σπίτι Χριστιανών επιφανών, και χριστιανέψει.
Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια, και κρασί, και μέλι.
Τα πάει στο είδωλο μπροστά. Όσα θυμάται μέλη
της ικεσίας ψάλλει, άκρες, μέσες. Η κουτή
δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει
αν γιάνει ή αν δεν γιάνει ένας Χριστιανός.

Εν δήμω της Μικράς Ασίας

Η ειδήσεις για την έκβασι της ναυμαχίας, στο Άκτιον,
ήσαν βεβαίως απροσδόκητες.
Αλλά δεν είναι ανάγκη να συντάξουμε νέον έγγραφον.
Το όνομα μόνον να αλλαχθεί. Αντίς, εκεί
στες τελευταίες γραμμές, «Λυτρώσας τους Ρωμαίους
από τον ολέθριον Οκτάβιον,
τον δίκην παρωδίας Καίσαρα,»
τώρα θα βάλουμε «Λυτρώσας τους Ρωμαίους
από τον ολέθριον Αντώνιον».
Όλο το κείμενον ταιριάζει ωραία.

« Στον νικητήν, τον ενδοξότατον,
τον εν παντί πολεμικώ έργω ανυπέρβλητον,
τον θαυμαστόν επί μεγαλουργία πολιτική,
υπέρ του οποίου ενθέρμως εύχονταν ο δήμος,
την επικράτησι του Αντωνίου»
εδώ, όπως είπαμεν, η αλλαγή: «του Καίσαρος
ως δώρον του Διός κάλλιστον θεωρών - 
στον κραταιό προστάτη των Ελλήνων,
τον έθη ελληνικά ευμενώς γεραίροντα,
τον προσφιλή εν πάση χώρα ελληνική,
τον λίαν ενδεδειγμένον για έπαινο περιφανή,
και για εξιστόρησι των πράξεών του εκτενή
εν λόγω ελληνικώ κι εμμέτρω και πεζώ,
εν   λ  ό  γ  ω    ε  λ  λ  η  ν  ι  κ  ώ  που είναι ο φορεύς της φήμης,»
και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα.

Ιερεύς του Σεραπίου
\
Τον γέροντα καλόν πατέρα μου,
τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα,
τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ
που πέθανε προχθές, ολίγο πριν χαράξει.

Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα
της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ
εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,
εις κάθε σκέψι είν' η προσπάθεια μου
η καθημερινή. Κι όσους σε αρνούνται
τους αποστρέφομαι.-- Αλλά τώρα θρηνώ,
οδύρομαι, Χριστέ, για τον πατέρα μου
με όλο που ήτανε -- φρικτόν ειπείν --
στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.

Μέσα στα καπηλειά

Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυτού κυλιέμαι. Δεν ήθελα να μένω
στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μ' άφισεν ο Ταμίδης,
κι επήγε με του Επάρχου τον υιό για να αποκτήσει
μια έπαυλι στον Νείλο, ένα μέγαρον στην πόλιν. 
Δεν έκανε να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ.
Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυτού κυλιέμαι. Μες σε ευτελή κραιπάλη
διάγω ποταπώς. Το μόνο που με σώζει
σαν εμορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνω
στην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια
δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο, 
δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλι στον Νείλο.

Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία, 
αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα, 
διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες 
της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας. 
Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή 
ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά 
με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν, 
την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν. 
Οι εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι, 
συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν 
απομακρύνονται από την συνοδείαν. 
Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα 
(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί 
ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν 
όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί 
φέρει παρηγορίαν και χαρά: 
βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους 
και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν - 
την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.-
Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική. 
Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς. 
Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους. 
Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος 
Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.
Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν.

Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας

Δόκιμε σοφιστή που απέρχεσαι εκ Συρίας
και περί Αντιοχείας σκοπεύεις να συγγράψεις, 
εν τω έργω σου τον Μέβη αξίζει ν' αναφέρεις.
Τον φημισμένο Μέβη που αναντιρρήτως είναι 
ο νέος ο πιο ευειδής, κι ο πιο αγαπηθείς
σε όλην την Αντιόχεια. Κανέν' από τους άλλους
του ιδίου βίου νέους, κανένα δεν πληρώνουν
τόσο ακριβά ως αυτόν. Για νάχουνε τον Μέβη
μονάχα δυο, τρεις μέρες πολύ συχνά τον δίνουν
ως εκατό στατήρας.-Είπα, Στην Αντιόχεια,
μα και στην Αλεξάνδρεια, μα και στην Ρώμη ακόμη,
δεν βρίσκεται ένας νέος εράσμιος σαν τον Μέβη.

Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς

Το Χι, φασίν, ουδέν ηδίκησε την πόλιν ουδέ το Κάππα...
Τυχόντες δε ημείς εξηγητών... εδιδάχθημεν αρχάς ονο-
μάτων είναι τα γράμματα, δηλούν δε εθέλειν το μεν Χρι-
στόν, το δε Κωνστάντιον.
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΜΙΣΟΠΩΓΩΝ
Ήτανε δυνατόν ποτέ να απαρνηθούν
την έμορφή τους διαβίωσι, την ποικιλία
των καθημερινών τους διασκεδάσεων, το λαμπρό τους 
θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης
με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!

Ανήθικοι μέχρι τινός - και πιθανόν μέχρι πολλού - 
ήσαν. Αλλά είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τους
ήταν ο περιλάλητος βίος της Αντιοχείας,
ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

Να τα αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,
τες ανιαρές περιαυτολογίες,
την παιδαριώδη του θεατροφοβία,
την άχαρι σεμνοτυφία του�τα γελοία του γένεια.

Α βέβαια προτιμούσανε το Χι,
α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα, εκατό φορές.

Άννα Δαλασσηνή

Εις το χρυσόβουλλον που έβγαλε ο Αλέξιος Κομνηνός
για να τιμήσει την μητέρα του επιφανώς,
την λίαν νοήμονα Κυρίαν Άννα Δαλασσηνή --
την αξιόλογη στα έργα της, στα ήθη --
υπάρχουν διάφορα εγκωμιαστικά:
εδώ ας μεταφέρουμε από αυτά
μια φράσιν έμορφην, ευγενική
«Ου το εμόν ή το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα, ερρήθη».

Μέρες του 1896

Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του
λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:
ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ. 
Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα,
κατόπι τη σειρά, και την υπόληψί του. 
Πλησίαζε τα τριάντα χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστον γνωστή. 
Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από 
μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες. 
Κατήντησα ένας τύπος που αν σε έβλεπαν μαζύ του 
συχνά, ήταν πιθανόν μεγάλως να εκτεθείς.

Αλλά όχι μόνον τούτα. Δεν θάτανε σωστό. 
Αξίζει παραπάνω της εμορφιάς του η μνήμη. 
Μια άποψις άλλη υπάρχει που αν ιδωθεί από αυτήν
φαντάζει, συμπαθής, φαντάζει, απλό και γνήσιο
του έρωτος παιδί, που άνω απ' την τιμή, 
και την υπόληψί του έθεσε ανεξετάστως
της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.

Από την υπόληψί του; Μα η κοινωνία που ήταν
σεμνότυφη πολύ συσχέτιζε κουτά.

Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών

Από τες δεκάμισυ ήτανε στο καφενείον, 
και τον περίμενε σε λίγο να φανεί. 
Πήγαν μεσάνυχτα - και τον περίμενεν ακόμη. 
Πήγεν η ώρα μιάμισυ, είχε αδειάσει 
το καφενείον ολοτελώς σχεδόν. 
Βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει 
μηχανικώς. Από τα έρημα, τα τρία σελίνια του 
έμεινε μόνον ένα: τόση ώρα που περίμενε 
ξόδιασε τα άλλα σε καφέδες και κονιάκ. 
Κάπνισεν όλα του τα σιγαρέτα. 
Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί 
κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες, άρχισαν 
να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές 
της παραστρατημένης του ζωής.
Μα σαν είδε τον φίλο του να μπαίνει - ευθύς
η κούρασις, η ανία, οι σκέψεις φύγανε.
Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι. 
Είχε κερδίσει στο χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες.
Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα, 
η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους, 
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν 
από τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.
Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης 
πήγαν - όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους 
(όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια): 
σ'ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό, 
σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν 
δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν.
Και σαν σωθήκαν τα ακριβά πιοτά, 
και σαν πλησίαζε πια η ώρα τέσσερες, 
στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς.

Παλαιόθεν Ελληνίς

Καυχιέται η Αντιόχεια για τα λαμπρά της κτίρια, 
και τους ωραίους της δρόμους, για την περί αυτήν 
θαυμάσιαν εξοχήν, και για το μέγα πλήθος
των εν αυτή κατοίκων. Καυχιέται που είναι η έδρα
ενδόξων βασιλέων, και για τους καλλιτέχνας
και τους σοφούς που έχει, και για τους βαθυπλούτους
και γνωστικούς εμπόρους. Μα πιο πολύ ασυγκρίτως
από όλα, η Αντιόχεια καυχιέται που είναι πόλις
παλαιόθεν ελληνίς, του Άργους συγγενής:
από την Ιώνη που ιδρύθη υπό Αργείων
αποίκων προς τιμήν της κόρης του Ινάχου.

Μέρες του 1901

Τούτο εις αυτόν υπήρχε το ξεχωριστό, 
που μέσα σ' όλην του την έκλυσι 
και την πολλήν του πείραν έρωτος, 
παρ' όλην την συνειθισμένη του 
στάσεως και ηλικίας εναρμόνισιν, 
ετύχαιναν στιγμές - πλην βέβαια 
σπανιότατες - που την εντύπωσιν 
έδιδε σάρκας σχεδόν άθικτης.
Των είκοσι εννιά του χρόνων η εμορφιά 
η τόσο από την ηδονή δοκιμασμένη, 
ήταν στιγμές που θύμιζε παράδοξα 
έφηβο που - κάπως αδέξια - στην αγάπη 
πρώτη φορά το αγνό του σώμα παραδίδει.

Ουκ έγνως

Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες -
ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Ανέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.
Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σε εμάς
τους Χριστιανούς. «Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως, ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.

Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου - στο 24ον έτος του

Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.-
Τον φθείρει αυτόν μια απόλαυσις μισή.
Είναι σε μια κατάστασι εκνευριστική.
Φιλεί το πρόσωπο το αγαπημένο κάθε μέρα,
τα χέρια του είναι πάνω στα πιο εξαίσια μέλη.
Ποτέ του δεν αγάπησε με τόσο μέγα
πάθος. Μα λείπει η ωραία πραγμάτωσις
του έρωτος, λείπει η πραγμάτωσις
που πρέπει νάναι κι από τους δυο με έντασιν επιθυμητή.

(Δεν είναι ομοίως δοσμένοι στην ανώμαλη ηδονή κι οι δυο.
Μονάχα αυτόν κυρίεψε απολύτως).

Και φθείρεται, και νευρίασε εντελώς.
Εξ άλλου είναι κι άεργος, κι αυτό πολύ συντείνει.
Κάτι μικρά χρηματικά ποσά
με δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τα ζητιανεύει κάποτε) και ψευτοσυντηρείται.
Φιλεί τα λατρεμένα χείλη, πάνω
στο εξαίσιο σώμα - που όμως τώρα νοιώθει
πως στέργει μόνον - ηδονίζεται.
Κι έπειτα πίνει και καπνίζει, πίνει και καπνίζει,
και σέρνεται στα καφενεία ολημερίς,
σέρνει με ανία της εμορφιάς του το μαράζι.
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.

Εν Σπάρτη

Δεν ήξερεν ο βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμούσε-
δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει
προς την μητέρα του: ότι απαιτούσε ο Πτολεμαίος
για εγγύησιν της συμφωνίας των να αποσταλεί κι αυτή
εις Αίγυπτον και να φυλάττεται,
λίαν ταπεινωτικόν, ανοίκειον πράγμα.
Κι όλο ήρχονταν για να μιλήσει�κι όλο δίσταζε.
Κι όλο άρχιζε να λέγει�κι όλο σταματούσε.
Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε
(είχεν ακούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές),
και τον ενθάρρυνε να εξηγηθεί.
Και γέλασε, κι είπε βεβαίως πιαίνει.
Και μάλιστα χαίρονταν που μπορούσε νάναι
στο γήρας της οφέλιμη στην Σπάρτη ακόμη.
Όσο για την ταπείνωσι - μα αδιαφορούσε.
Το φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός
να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός,
όθεν κι η απαίτησίς του δεν μπορούσε
πραγματικώς να ταπεινώσει Δέσποιναν
Επιφανή ως αυτήν, Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.

Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη
από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην

Τελείωσε την εικόνα χθες μεσημέρι. Τώρα 
λεπτομερώς την βλέπει. Τον έκαμε με γκρίζο
ρούχο ξεκουμπωμένο, γκρίζο βαθύ, χωρίς 
γελέκι και κραβάτα. Με ένα τριανταφυλλί
πουκάμισο, ανοιγμένο, για να φανεί και κάτι
από την εμορφιά του στήθους, του λαιμού. 
Το μέτωπο δεξιά ολόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τα μαλλιά του, τα ωραία του μαλλιά
(ως είναι η χτενισιά που προτιμά εφέτος). 
Υπάρχει ο τόνος πλήρως ο ηδονιστικός
που θέλησε να βάλει σαν έκανε τα μάτια, 
σαν έκανε τα χείλη... Το στόμα του, τα χείλη
που για εκπληρώσεις είναι ερωτισμού εκλεκτού.

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ ευχήν στην Αποικία
δεν μένει η ελαχίστη αμφιβολία,
και με όλο που οπωσούν τραβούμε εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κι η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κι ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη,
η κατοχή σας είναι επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική,
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε,
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα, είναι επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμε εμπρός.

Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια, 
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού, 
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης 
Αριστομένης, υιός του Μενελάου. 
Ως το όνομά του, κι η περιβολή, κοσμίως, ελληνική. 
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά 
δεν τες επιζητούσεν�ήταν μετριόφρων. 
Αγόραζε βιβλία ελληνικά, 
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά. 
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος. 
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο, 
κι οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε. 
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος. 
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας, 
έμαθε επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται,
κι έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν 
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι 
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά, 
κι οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό, 
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.
Για αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις, 
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά, 
κι έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας 
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστής
Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνη)

« Το τέλος μου επήλθε ότε ήμουν ευτυχής.
Ο Ερμοτέλης με είχε αχώριστόν του φίλον.
Τες ύστατές μου μέρες, με όλο που προσποιούνταν
πως δεν ανησυχούσε, ένοιωνα εγώ συχνά
τα μάτια του κλαμένα. Σαν νόμιζε που λίγο
είχε αποκοιμηθεί, έπεφτεν ως αλλόφρων
στης κλίνης μου το άκρον. Αλλά ήμεθαν κι οι δυο
νέοι μιας ηλικίας, είκοσι τριώ ετών.
Προδότις είναι η Μοίρα. Ίσως κανένα πάθος
άλλο τον Ερμοτέλη νάπαιρνεν από μένα.
Τελείωσα καλώς, εν τη αμερίστω αγάπη.»

Το επιτύμβιον τούτο Μαρύλου Αριστοδήμου
αποθανόντος προ μηνός στην Αλεξάνδρεια,
έλαβα εγώ πενθών, ο εξάδελφός του Κίμων.
Με το έστειλεν ο γράψας γνωστός μου ποιητής.
Με το έστειλε επειδή ήξερε συγγενής
ότ' ήμουν του Μαρύλου: δεν ήξερε άλλο τι.
Είναι η ψυχή μου πλήρης λύπης για τον Μαρύλο.
Είχαμε μεγαλώσει μαζύ, σαν αδελφοί.
Βαθυά μελαγχολώ. Ο πρόωρος θάνατός του
κάθε μνησικακίαν μου έσβυσ' εντελώς...
κάθε μνησικακίαν για τον Μαρύλο - με όλο
που με είχε κλέψει την αγάπη του Ερμοτέλη,
που κι αν με θέλει τώρα ο Ερμοτέλης πάλι
δεν θάναι διόλου το ίδιο. Ξέρω τον χαρακτήρα
τον ευπαθή που έχω.Το ίνδαλμα του Μαρύλου
θάρχεται ανάμεσό μας, και θα νομίζω που
με λέγει, Ιδού είσαι τώρα ικανοποιημένος.
Ιδού τον ξαναπήρες ως εποθούσες, Κίμων.
Ιδού δεν έχεις πια αφορμή να με διαβάλλεις.

Εν πορεία προς την Σινώπην

Ο Μιθριδάτης, ένδοξος και κραταιός,
μεγάλων πόλεων ο κύριος,
κάτοχος ισχυρών στρατών και στόλων,
πηγαίνοντας προς την Σινώπην πέρασε από δρόμον
εξοχικόν, πολύ απόκεντρον
όπου ένας μάντις είχε κατοικίαν.

Έστειλεν αξιωματικό του ο Μιθριδάτης
τον μάντι να ρωτήσει πόσα θ' αποκτήσει ακόμη
στο μέλλον αγαθά, πόσες δυνάμεις άλλες.

Έστειλεν αξιωματικό του, και μετά
προς την Σινώπην την πορεία του ξακολούθησε.

Ο μάντις αποσύρθηκε σε ένα δωμάτιο μυστικό.
Μετά περίπου μισήν ώρα βγήκε
περίφροντις, κι είπε στον αξιωματικό,
«Ικανοποιητικώς δεν μπόρεσα να διευκρινίσω.
Κατάλληλη δεν είναι η μέρα σήμερα.
Κάτι σκιώδη πράγματα είδα. Δεν κατάλαβα καλά.-
Μα να αρκεσθεί, φρονώ, με τόσα που έχει ο βασιλεύς.
Τα περισσότερα εις κινδύνους θα τον φέρουν.
Θυμήσου να τον πεις αυτό, αξιωματικέ:
με τόσα που έχει, προς θεού, να αρκείται!
Η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές.
Να πεις στον βασιλέα Μιθριδάτη:
λίαν σπανίως βρίσκεται ο εταίρος του προγόνου του
ο ευγενής, που εγκαίρως με την λόγχην γράφει
στο χώμα επάνω το σωτήριον Φεύγε Μιθριδάτα».

Μέρες του 1909, 10, και 11

Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
(από νησί του Αιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κι ελεεινά.
Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.

Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί, 
αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ, 
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή, 
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.

Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή, 
πιο τέλειο αγόρι από αυτόν - που πήε χαμένος:
δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά,
στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος, 
γρήγορα απ' την επίπονη δουλειά, 
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.

Μύρης�Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε, 
πήγα στο σπίτι του, μ'όλο που το αποφεύγω 
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια, 
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.
Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα 
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην 
που οι συγγενείς του πεθαμένου με έβλεπαν 
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.
Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη 
που από την άκρην όπου στάθηκα 
είδα κομμάτι�όλο τάπητες πολύτιμοι, 
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.
Στέκομουν κι έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου. 
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ' η εκδρομές 
χωρίς τον Μύρη δεν θα αξίζουν πια, 
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω 
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας 
να χαίρεται, και να γελά, και ν' απαγγέλλει στίχους 
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού�amp;nbsp;
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα 
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα 
τον νέον που λάτρευα παράφορα.
Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για 
την τελευταία μέρα που έζησε - 
στα χείλη του διαρκώς τ' όνομα του Χριστού, 
στα χέρια του βαστούσε έναν σταυρό. - 
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη 
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ' έλεγαν προσευχές 
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν, 
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία του καλά).
Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός. 
Από την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν 
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει. 
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ' εμάς. 
Από όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές, 
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις. 
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος, 
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς 
όταν ετύχαινε η παρέα μας 
να συναντήσει αντίθετη παρέα. 
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε. 
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε 
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον. 
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε 
με αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα. 
Α κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται. 
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές, 
τραβήχθηκε από τον κύκλο μας, κι έστρεψε αλλού το βλέμμα. 
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας 
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό 
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Απόλλωνος - ψιθύρισεν ο Μύρης 
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».
Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως 
για την ψυχή του νέου δέονταν. - 
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια, 
και με τι προσοχήν εντατική 
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν 
όλα για την χριστιανική κηδεία. 
Κι εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη 
εντύπωσις. Αόριστα, αισθανόμουν 
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης, 
αισθανόμουν που ενώθη, Χριστιανός, 
με τους δικούς του, και που γένομουν 
ξένος εγώ, ξένος πολύ�ένοιωθα κιόλα 
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί 
από το πάθος μου, και πάντα του ήμουν ξένος. - 
Πετάχθηκα έξω από το φρικτό τους σπίτι, 
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί 
από την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

Αλέξανδρος Ιανναίος, και Αλεξάνδρα

Επιτυχείς και πλήρως ικανοποιημένοι,
ο βασιλεύς Αλέξανδρος Ιανναίος,
κι η σύζυγός του η βασίλισσα Αλεξάνδρα
περνούν με προπορευομένην μουσικήν
και με παντοίαν μεγαλοπρέπειαν και χλιδήν,
περνούν απ' τες οδούς της Ιερουσαλήμ.
Ετελεσφόρησε λαμπρώς το έργον
που άρχισαν ο μέγας Ιούδας Μακκαβαίος
κι οι τέσσαρες περιώνυμοι αδελφοί του�lt;/font>
και που μετά ανενδότως συνεχίσθη εν μέσω
πολλών κινδύνων και πολλών δυσχερειών.
Τώρα δεν έμεινε τίποτε το ανοίκειον.
Έπαυσε κάθε υποταγή στους αλαζόνας
μονάρχας της Αντιοχείας. Ιδού
ο βασιλεύς Αλέξανδρος Ιανναίος,
κι η σύζυγός του η βασίλισσα Αλεξάνδρα
κάθε όλα ίσοι προς τους Σελευκίδας.
Ιουδαίοι καλοί, Ιουδαίοι αγνοί, Ιουδαίοι πιστοί - προ πάντων.
Αλλά, καθώς που το απαιτούν η περιστάσεις,
και της ελληνικής λαλιάς ειδήμονες,
και με Έλληνας και με ελληνίζοντας
μονάρχας σχετισμένοι - πλην σαν ίσοι, και να ακούεται.
Τωόντι ετελεσφόρησε λαμπρώς,
ετελεσφόρησε περιφανώς
το έργον που άρχισαν ο μέγας Ιούδας Μακκαβαίος
κι οι τέσσαρες περιώνυμοι αδελφοί του.

Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ

Μπήκε στο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ. -
Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,
«Δεν έχουμε πεντάρα. Δυο πάμπτωχα παιδιά
είμεθα - ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.
Σ' το λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώ
να περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί.»
Ο άλλος του είχε τάξει δυο φορεσιές, και κάτι
μεταξωτά μαντήλια. Για να τον ξαναπάρει
εχάλασε τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες.
Ήλθε ξανά μαζύ του για τες είκοσι λίρες,
μα και, κοντά σ' αυτές, για την παληά φιλία,
για την παληάν αγάπη, για το βαθύ αίσθημά των. 
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό,
μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.

Μα τώρα πια δεν θέλει μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,
και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.

Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωϊ.
Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν.

Στην πτωχική του κάσα του έβαλε λουλούδια,
ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ
στην εμορφιά του και στα είκοσι δυο του χρόνια.

Όταν το βράδυ επήγεν - έτυχε μια δουλειά,
μια ανάγκη του ψωμιού του - στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί�lt;/font>
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
από τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε,
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Αλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε,
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ ημίν μόνον,
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Στον ίδιο χώρο

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ, χρόνια και χρόνια.
Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες: 
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.
Κ' αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.

Ο καθρέπτης στην είσοδο

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό,
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.
Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής), 
στέκονταν μ' ένα δέμα. Το παρέδοσε 
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη 
έμεινε μόνος, και περίμενε. 
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν 
κι έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά 
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κι έφυγε.
Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει, 
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή, 
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα,
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν, 
κι επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του 
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

Ρωτούσε για την ποιότητα

Από το γραφείον όπου είχε προσληφθεί
σε θέση ασήμαντη και φθηνοπληρωμένη
(ως οκτώ λίρες το μηνιάτικό του: με τα τυχερά)
βγήκε σαν τέλεψεν η έρημη δουλειά
που όλο το απόγευμα ήταν σκυμένος:
βγήκεν η ώρα επτά, και περπατούσε αργά
και χάζευε στον δρόμο.- Έμορφος,
κι ενδιαφέρων: έτσι που έδειχνε φθασμένος
στην πλήρη του αισθησιακήν απόδοσι.
Τα είκοσι εννιά, τον περασμένο μήνα τα είχε κλείσει.

Εχάζευε στον δρόμο, και στες πτωχικές
παρόδους που οδηγούσαν προς την κατοικία του.

Περνώντας εμπρός σε ένα μαγαζί μικρό
όπου πουλιούνταν κάτι πράγματα
ψεύτικα και φθηνά για εργατικούς, 
είδε εκεί μέσα ένα πρόσωπο, είδε μια μορφή
όπου τον έσπρωξαν και εισήλθε, και ζητούσε
τάχα να δει χρωματιστά μαντήλια.

Ρωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν, με φωνή πνιγμένη, 
σχεδόν σβυσμένη από την επιθυμία. 
Κι ανάλογα ήλθαν η απαντήσεις, 
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη, 
με υπολανθάνουσα συναίνεσι.

Όλο και κάτι έλεγαν για την πραγμάτεια - αλλά 
μόνος σκοπός: τα χέρια των να αγγίζουν
επάνω από τα μαντήλια, να πλησιάζουν
τα πρόσωπα, τα χείλη σαν τυχαίως�lt;/font>
μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

Γρήγορα και κρυφά, για να μη νοιώσει
ο καταστηματάρχης που στο βάθος κάθονταν.

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα,
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κι έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι,
κάπως γνωρίζω (κι είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σε ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είναι η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι με εμποδίσουνε με τα συστήματά τους - 
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν με εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θα απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν με εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας από τους τρεις.

Κι είναι η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ' οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα με αυτόν.

Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων

«Ποιό απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα
γητεύματος», είπε ένας αισθητής,
«ποιό απόσταγμα κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
που για μια μέρα (αν περισσότερο
δεν φθάνει η δύναμίς του), ή και για λίγην ώρα
τα είκοσι τρία μου χρόνια να με φέρει
ξανά, τον φίλον μου στα είκοσι δυο του χρόνια
να με φέρει ξανά -- την εμορφιά του, την αγάπη του.

»Ποιό απόσταγμα να βρίσκεται κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
που, σύμφωνα με την αναδρομήν,
και την μικρή μας κάμαρη να επαναφέρει.»

Στα 200 π.Χ.

«Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»
Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θα αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα για αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».
Είναι κι αυτή μιά στάσις. Νοιώθεται.
Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό�lt;/font>
και στην Ισσό μετά, και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στα Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που από τα Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κι εσαρώθη.
Κι από την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ' εμείς�lt;/font>
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.
Εμείς�οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κι οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κι οι εν Μηδία, κι οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.
Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Μέρες του 1908

Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά�lt;/font>
και συνεπώς ζούσεν από τα χαρτιά, 
από το τάβλι, και τα δανεικά.
Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό 
χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί. 
Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό. 
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός για αυτόν, 
νέον με γράμματα αρκετά, και είκοσι πέντε ετών.
Δυό, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει το παιδί, 
στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά, 
όσο κι αν έπαιζε έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς. 
Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κι ήσαν. 
Σπάνια το τάλληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό, 
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.
Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ, 
σαν γλύτωνεν από το φρικτό ξενύχτι, 
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωϊ.
Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό. 
Μια φορεσιά την ίδια πάντοτε έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.
Ά μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ, 
από το είδωμά σας, καλαισθητικά, 
έλειψε η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.
Το είδωμά σας τον εφύλαξε 
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του, 
τα ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα. 
Κι έμενε ολόγυμνος, άψογα ωραίος�ένα θαύμα. 
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του,
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο 
από την γύμνια του πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.
\
Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας

Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.-
Ένας από τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του�τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού,
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κι εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλο, για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε - 
τι άλλο θα έκαμνε - πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε, ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

[More happy thou, performing Member]

More happy thou, performing Member,
Who hast not need of wit's keen temper;
Thou standst on every side possessed
Of what Parnassus boasts as best.
On thy right sits, chief in wisdom's college,
Profound experience crowned with knowledge.
And further on, historic lore,
With erudition's ample store.
Third on thy right, imagination
Holds by no means a humble station.
But in thy front a dazzling light
Obscures your wavering mortal sight.
How shall I praise this man so blessed
Above the poor lot of the rest?
Diplomacy, Religion, Art,
Of Letters also every part,
Find in his penetrating eye,
Judgement which no man dares belie.
No one stands with him on a par,
Except of wits the transcendant star,
To whose seat, on thy left hand side,
My duteous hommage I shall guide.
The tide of wit for ever flows
From his high throne. Now beliquose,
Fiery; now laughing and jocose.
And as men always persecute
True worth when joined to mind acute,
Against him anger is directed
When aught of wrong has been detected;
And all inspired by exasparation
Shout for a speedy situation.
Then, sole amid the increasing noise,
His wit to fruitful ends employs -
Silences every accusing voice
By proofs that none denies.-
Be happy, Foreman, with thy station
Which offers wit and information
For every question and occasion.
Have always thy untiring sight
On thy left and on thy right;
Study each conduct and be taught
From every word and every thought,
What to believe & what to say - 
When to say "yes" & when to say "nay",
What to eat and what to drink,
What on everything to think,
How to dress and how to talk,
How to sleep and how to walk,
For every human thing is brought
To perfection, and is taught
In this Pancosmium of Thought.

Leaving Therapia

Good-bye to Therapia & joys of the hotel -
Good dinners that make you exultingly swell,
Good beds that refresh you from the toil of the day
Fine sights near which you'd wish ever to stay -
To all these good things the time is well nigh
I must bid a Good-Bye!

However Calikioy's opposite shore
I must hail tho' by far more simple & poor:
But they say what is simple is good at the heart
And where goodness is we may well spare art:
So at humble Calikioy let us not rail
But bid it All Hail!

Darkness and Shadows

a transcription from the French of C. F. C.
Through smiling meadows ripening into gold
And flowers engendered in new life and beauty
I wandered lithlessly. On every side
The hand beneficient of labour ruled;
And everywhere the people well content
With Nature's gifts prolific, nothing more
Desired, nor tempted Sorrow with the search
For things unprofitable, vain, obscure.
In harmony and the celestial peace of love
They lived: and thriving reaped the fruits of toil.
They knew not envy, hatred nor despair;
Nor chained their minds to the dull misery
Of discontent, distrust and little faith.
Mercy and virtue, strength and hope were theirs;
Their minds in splendour shone alike the Sun.
Behold however darkness seized the earth.
Darkness interminable, awful night,
And opaque shadows veiled the light of day.
Deep night like that which lay upon the seas
In the beginning of the World and Time;
Deep night that tamed the wild beasts of the field
Dismally wailing in the convert woods;
Deep night confounding into one all hues;
Deep night and endless driving men to madness,
Making them blind and sorrowful to death.
And thereupon the multitudes began
In lamentations to reproach the Lord
With his injustice, speaking in this wise:
"Almighty, thou art good and merciful;
Almighty, we have seen and known thy love;
Almighty, we do know thee to be just.
Shew us, o Father, wherein lies our sin
That we may chastise our iniquities!
An evil hour hath meted out to us
The direct of calamities: our babes
Are borne into the world in darkness, blind.
Thou hast deprived us of the fairest gift
In thy Creation. With the breath of life
Thy love awarded us the light of day;
But life in darkness is akin to death:
And death we pray Thee grant us if the light
Hath faded from the world for evermore!"-
It came to pass that God attended them,
And thus to the celestial Chorus spake:
"Of what doth man complain? and whence these tears?
He hath found favour in mine eyes. Behold
I have awarded him the joys of Heaven,
And cleansed his soul of its impurities.
The shadows that erewhile his mind obscured
Have I expelled and driven otherwhere."
But Michael mindful of man's happiness
Spake answering: "Thy mercy's great, O Lord;
The shadows that erewhile man's mind obscured
Hast Thou expelled and driven otherwhere.
But lo! so numerous were these, that now
They veil the Sun, and their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."
The Father of all Goodness, at these words,
Smiled, and his Spirit bade upon the earth
Descend. Forthwith a voice like thunder spake:
"Your vices and your sins were numberless,
Your hearts were hardened in iniquity,
Your minds darkened.- These evils were ye spared;
For I have chased the shadows, cleansed your souls.
But lo! so numerous were they, that now
They veil the Sun & their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."-
Together cried the multitudes, one voice:
"Almighty, thou art good and merciful.
Restore our minds to darkness, but vouchsafe
The essence of our life, the light of day!"-
And the Spirit answered: "Be it as ye will.
Behold, no longer is the Sun obscured."-
Once more the stars shone in the firmament,
The earth and deep lay bathed in luminence,
The mind of man in night's obscurity!

Αν με Ηγάπας

Εκ του Γαλλικού
Αν του βίου μου το σκότος
φαεινή έρωτος ακτίς
διεθέρμαινεν, ο πρώτος
της αλγούσης μου ψυχής
ο παλμός ήθελεν ήτο ραψωδία ευτυχής.
Δεν τολμώ να ψιθυρίσω
ό,τι ήθελον σε ειπεί:
πως χωρίς εσέ να ζήσω
μοι είναι αφόρητος ποινή - 
αν με ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είναι ελπίς απατηλή!
Αν με ηγάπας, των δακρύων
ήθελον το τέρμα ιδεί,
και των πόνων των κρυφίων.
Οι δε πλάνοι δισταγμοί
δεν θα ετόλμων πλέον να δείξουν την δολίαν των μορφή.
Εν τω μέσω οραμάτων
θείων ήθελε ευρεθείς.
Ρόδα θαλερά την βάτον
θα εκόσμων της ζωής - 
αν με ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είναι απατηλή ελπίς!

Προς τας Κυρίας

Sigh no more, ladies, sigh no more
Men were deceivers ever, etc. etc.
SHAKESPEARE
Κυρίαι μη εις στεναγμούς
περνάτε τον καιρόν,
δόλιον είναι σμήνος το γένος των ανδρών.
Επί της γης ο εις των πους,
κι' ο άλλος στο νερόν,
επιμονήν δεν δείχνουν εις έργον ή σκοπόν.
Μη στενάζετε, λοιπόν,
μη πενθήτε δια λεπτόν,
ίνα ευτυχισμέναι ήσθε ζήσετε μακράν αυτών!

Μη πλέον, θλιβερά φωνή,
των πενθηρών ωδών
ψάλλετε τα παράπονα στα ώτα των κωφών,
η πλάνη των διαγωγή
είναι αρχαίον κακόν
ωσάν το πρώτον θέρος που εφάνη ανθηρόν.
Μη στενάζετε, λοιπόν,
μη πενθήτε δια λεπτόν
ίνα ευτυχισμέναι ήσθε ζήσετε μακράν αυτών!

Ο Βεϊζαδές προς την Ερωμένην του

Σε αγαπώ... τι δε αν ήσαι κόρη ταπεινού ψαρά
μη τα μάτια σου διά τούτο είναι ήττον λαμπερά,
μη το χέρι σου δεν είναι από το γάλα πιο λευκόν,
και το σώμα σου χαρίτων έμπλεον ερωτικών;
Γένος, όνομα, τα πάντα λησμονώ ολοτελώς,
είμαι δούλος σου εμπροστά σου, του ηγεμόνος ο υιός!
Σε αγαπώ... και σαν σε βλέπω στα τσαϊρια τα ανθηρά
με τα αγόρια του χωριού σου να χωρεύης ζωηρά,
τα ζηλεύω, και την τύχην την σκληράν μου θρηνωδώ
όπου δούλος σου να ήμαι δια πάντα δεν μπορώ.
Μεταξύ μας έχει η μοίρα στήσει φοβερόν φραγμόν:
γενεάς αδησωπήτους διερμηνέων και αυθεντών!

[Dunya Guzeli]

Το κάτοπτρον δεν με απατά, είναι αληθής η θέα,
δεν είναι άλλη ως εμέ επί της γης ωραία.
Οι οφθαλμοί μου στίλβοντας αδάμαντας ομοιάζουν,
του κοραλίου την χροιάν τα χείλη μου πλησιάζουν,
δύο σειραί μαργαριτών το στώμα μου στολίζουν.
Το σώμα μου είναι εύχαρι, το πόδι μου φημίζουν,
χείρες, λαιμός κατάλευκοι, κόμη μεταξωτή...
πλην, φευ, τι οφελεί;

Εντός αυτού του μισητού κλεισμένη χαρεμίου,
ποίος το κάλλος μου ορά επί της υφηλίου;
Μόνον αντίζηλοι εχθραί φαρμακευμένον βλέμμα
με ρίπτουν, ή απαίσιοι ευνούχοι, και το αίμα
παγώνει εις τας φλέβας μου ότι έρχεται κοντά μου
ο απεχθής μου σύζυγος. Προφήτα, δέσποτά μου,
σύγγνωθι την καρδίαν μου αλγούσ αν εκφωνή,
Ας ήμην Χριστιανή!

Αν εγεννόμην Χριστιανή θα ήμην ελευθέρα
εις πάντας να δεικνύομαι και νύκτωρ κι εν ημέρα,
και άνδρες μετά θαυμασμού, γυναίκες μετά φθόνου
θα ομολόγουν, βλέποντες το κάλλος μου, εκ συμφώνου, -
Ότι η φύσις ως εμέ άλλην δεν θα παράξει.
Οσάκις θα διέβαινα εν ανοικτή αμάξη
θα επληρούντο της Σταμπούλ με πλήθος αι οδοί
ίνα καθείς με ιδή.

Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα...

Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα -
είναι προ πολλών ετών -
στην ιδίαν γη δεν ζούσα
μετά των λοιπών θνητών.
Λυρικήν την φαντασίαν
είχον, κι αν απατηλήν,
με εχορήγει ευτυχίαν
όμως ζώσαν και θερμήν.
Σε ό,τι έβλεπε το μάτι
πλούσιαν έδιδε θωρηά,
της αγάπης μου παλάτι
μοι εφαίνετο η φωληά.
Και το τσίτινο φουστάνι
εφορούσε το φθηνό,
σας ομνύω μοι εφάνη
κατά αρχάς μεταξωτό.
Της εστόλιζαν τα χέρια
δυο βραχιόλια φτωχικά,
διά εμένα τζοβαέρια
ήσανε αρχοντικά.
Στο κεφάλι μαζεμένα
άνθη εφόρει από το βουνό -
ποια ανθοδέσμη διά εμένα
είχε τέτοιον στολισμό;
Ομαλούς τους περιπάτους
πάντα βρίσκαμε μαζύ,
και ή δεν είχε τότε βάττους,
ή τας έκρυπτεν η γη.
Δεν με πείθει νυν το πνεύμα
των ρητόρων και σοφών,
όσον εν εκείνης νεύμα,
κατά εκείνον τον καιρόν.
Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα -
είναι προ πολλών ετών - 
στην ιδίαν γη δεν ζούσα
μετά των λοιπών θνητών.

Το Νιχώρι

Ξένε σαν δης ένα χωριό όπου γελάει η φύσις,
κι εις κάθε πλάτανο κοντά που κρύπτεται μια κόρη
ωραία σαν το τριαντάφυλλο - εκεί να σταματήσης�lt;/font>
έφθασες, ξένε, στο Νιχώρι.

Κι όταν το βράδυ έλθη, αν βγης έξω να περπατήσης
και βρης εμπρός σου καρυδιαίς, στον δρόμο μη προχώρει
του ταξειδιού σου πια. Αλλού ποιον τόπο θα ζητήσης
καλλείτερον από το Νιχώρι.

Τέτοια δροσιά δεν έχουνε αλλού στον κόσμο η βρύσεις,
των λόφων του την αρχοντιά αλλού δεν έχουν όρη,
και με της γης την μυρωδιά μονάχα θα μεθύ[σης,]
ολίγο αν μείνης στο Νιχώρι.

Την πρασινάδα που θα δης εκεί να μην ελπίσης
που σε άλλο μέρος θα την βρης. Από το βουνό θεώρει
τους κάμπους κάτω και ειπέ πως να μην αγαπήσης
αυτό μας το μικρό Νιχώρι.

Πως αγαπώ υπερβολαίς, ώ ξένε, μη νομίσης.
Υπάρχουν τόποι εύφοροι πολλοί και καρποφόροι.
Πλην έχουν κάτι χωριστό και συ θα ομολογήσης,
καρποί και άνθη στο Νιχώρι.

Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγίας θελήσης
την εκκλησία να μπης με εμέ, φανατικός συγχώρει
αν ήμουν εκεί. Άλλην θαρρώ χάριν η παρακλήσεις
έχουνε στο πιστό Νιχώρι.

Αν δε να μείνης δεν μπορείς, πριν, ξένε, αναχωρήσεις
πρέπει να πας μια Κυριακή στην σκάλα στου Γρηγόρη�lt;/font>
ειρήνη, νειάτα, και χαρά θα δης, και θα εννοήσης
τι είναι αυτό μας το Νιχώρι.

Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον

Τ' αρώματα με εμπνέουν ως η μουσική,
ως ο ρυθμός, ως οι ωραίοι λόγοι,
και τέρπομαι οπόταν εν αρμονικοίς
στίχοις ο Βωδελαίρος ερμηνεύει
όσα απορούσα η ψυχή και ασαφώς
αισθάνετ' εν αγόνοις συγκινήσεσιν.
Είναι ναός η Φύσις όπου ζωνταναί
στήλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
εκφέρουσιν. Ο άνθρωπος εκεί περνά
μέσω πυκνών δασών συμβόλων, άτινα
με βλέμματα οικεία τον παρατηρούν.
Ως παρατεταμμέναι σμίγουσιν ηχοί
από μακράν εν μια ενώσει ζοφερά,
εν μια ενώσει ως το σκότος αχανεί
και ως το φως, ούτω ανταποκρίνονται
τα χρώματα, οι φθόγγοι, και τα αρώματα.
Υπάρχουν ευωδίαι ως το δέρμα των
παιδίων δροσεραί�γλυκείαι ως αυλοί,
πράσιναι ως λειμώνες.
Άλλαι πλούσιαι
είναι, διεφθαρμέναι, θριαμβευτικαί,
ορμάς του πνεύματος και των αισθήσεων
υμνούσαι, την διάχυσιν κατέχουσαι
πραγμάτων απεράντων - ως η άμβαρις,
ο μόσχος, και ο στύραξ, και το λίβανον.
Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.
Των ποιητών το βλέμμα είναι οξύτερον.
Οικείος κήπος είναι η φύσις δια αυτούς.
Εν παραδείσω σκοτεινώ οι άνθρωποι
οι άλλοι ψηλαφώσι δρόμον χαλεπόν.
Κι η μόνη λάμψις ήτις κάποτε ως σπινθήρ
εφήμερος φωτίζει της πορείας των
την νύκτα, είναι σύντομός τις αίσθησις
μαγνητικής τυχαίας γειτνιάσεως -
βραχεία νοσταλγία, ρίγος μιας στιγμής,
όνειρον ώρας της ανατολής, χαρά
αναίτιός τις αιφνιδίως ρέουσα
εν τη καρδία κι αιφνιδίως φεύγουσα.

[Η Κόρη του Μενκερά]

...............................................................................
μίαν ημέραν της νεκράς, το φάσμα μιας ημέρα[ς.]
Τις ήτον ο απάνθρωπος δεν λέγε η ιστορία.
Της Ραμανάκτι ο φονεύς τις ήτο δεν γνωρίζω.

Πέρσης σατράπης βλοσυρός δούλον λαόν υβρίζων
ως ανακούφησιν τινά κι εκδίκησιν δια όσα 
υβρίζεται ο ίδιος παρά ισχυροτέρων �lt;/font>
ή Έλλην υπερήφανος μη βλέπων εν τω κόσμω 
άλλο ή την Ελλάδα του, και της πτωχής βαρβάρου
παραμελών το τρυφερόν αίσθημα και του αγνού της β[ίου]
τον τελευταίον πόθον τον αγνόν.

«Nous n'osons plus chanter les roses»

Εγώ φοβούμενος τα τετριμμένα
πολλούς μου λόγους αποσιωπώ.
Εν τη καρδία μου είναι γραμμένα
πολλά ποιήματα, και τα θαμμένα
εκείνα άσματά μου αγ[απ]ώ.
Ω πρώτη, [αγ]νή, μόνη [ελευθε]ρία
της ήβης προς την ηδο[νήν...]!
Ω μέθη των αισθήσεων γλ[υκειά]!
Τας θείας σας μορφάς κοινο[τοπία]
φοβούμαι μη υβρίση ποτα[πή.]

Ινδική Εικών

Η οικουμένη τέσσαρας έχει μεγάλας πύλας
ας τέσσαρες φυλάττουν άγγελοι.
Η μία είναι ο Βορράς, ο Νότος αντικρύ της,
κι αι άλλαι Δύσις και Ανατολή.

Η πύλη της Ανατολής είναι εκ λαμπρού μαργάρου�lt;/font>
και προ αυτής άγγελος φαεινός
στέμμ' αδαμάντινον φορεί και ζώνην αδαμάντων
κι επί εδάφους ίσταται αχατών.

Εξ αμεθύστου πορφυρού του Νότου είναι η πύλη.
Ο άγγελός της ο φρουρός κρατεί
σκήπτρον εις χείρας μαγικόν εκ σκοτεινού σαπφείρου.
Νεφέλη εκ καλάϊδος πυκνή
κρύπτει τους πόδας του.

Επί μιας όχθης σκεπασμένης
με κόκκινα κογχύλια λεπτά
ο άγγελος της Δύσεως ίσταται και φυλάττει
πύλην εκ κοραλλίου τιμαλφούς.
Στέφανον ρόδων τεχνητών φορεί, κάθε δε ρόδον
συνίσταται εκ λυχνίτου καθαρού.

Είναι η πύλη του Βορρά από χρυσόν κτισμένη,
και θρόνον έχει προς την είσοδον.

Πελασγική Εικών

Της γης τα σπλάχνα κατοικεί Γίγας πανάρχαιος.
Είναι τριάκοντα αι χείρες του
κι οι πόδες του τριάκοντα. Ο μέγας τράχηλός του
τριάκοντα στηρίζει κεφαλάς
κι εκάστη έχει οφθαλμούς είκοσιν οξυτάτους,
δια ους ημέρα είναι φωτερά
ο ζόφος ο βαθύτατος της γης της βαθυτάτης.
Είναι αργός, είναι αδιάφορος.
Έχει απείρους θησαυρούς, μεγάλα μεταλλεία
αργύρου, αδαμάντων και χρυσού.
Τον πλούτον τον εξαίσιον, τον περιττόν τον πλούτον
με τους εξακοσίους οφθαλμούς
βλέπει ψυχρώς, κάποτε δε, ίνα ενασχολήση
κανένα του αιώνα, τον μετρά.
Κι έπειτα τον βαρύνεται, χασμάται δύο έτη,
και κουρασθείς αποκοιμίζεται.
Ο ύπνος του διέρχεται αιώνας ολοκλήρους�lt;/font>
παν όνειρόν του, μία γενεά.
Αλλά αίφνης αφυπνίζεται έντρομος. Εφιάλτης -
της αδεσπότου ύλης γέννημα -
ετάραξε τον ύπνον του, εν τω θολώ καθρέπτη
των απαθών και κρύων του φρενών
αντανακλών φαντάσματα άγνωστα και φρικιώδη.
Τότε τα μέλη τα πελώρια
απλώνει και με εξήκοντα βραχίωνας και πόδας
κτυπά τον θόλον του, λακτεί. Κι η γη
κλονίζεται εκ των βάθρων της�αι πόλεις καταπίπτουν,
και όλοι πλημμυρούν οι ποταμοί,
και ρέουν από τα βουνά ως κύματα αι φλόγες.
Ανοιγοκλείεται το έδαφος
κι οι άνθρωποι κατρακυλούν και θάπτονται εντός του.
Όμως ογρήγορα συνέρχεται
ο γίγας, και τους οφθαλμούς τους παμμεγέθεις τρίβων
καταλαμβάνει ότι μάταιος
ήτο τοσούτος θόρυβος και ταραχή τοσαύτη
δια ονείρου ποταπήν σκιάν.
Γελά με την δειλίαν του και τον πολύν του τρόμον
κι εκ νέου εξαπλούται ήρεμος
και τα τριάκοντά του στόματα χαμογελούν.

Το Μετέπειτα

Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις
της ύλης ή του θετικού αγάπη. Δεν είναι έξις
άλλά ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις
εις της ζωής την ατελή την άλλως άνουν φράσιν.
Ανάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.
Ότε δια παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν
θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πλάστου.
Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου
Ευαγγελίου του Χριστού - ζωής αδιασπάστου.

Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβοι οι χαριτωμένοι,

αλλά επέρασαν εκείνοι οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσε η ταφή
κι η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι

μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών,
κι εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.-

Μας απαντά ευθύς πονηροτάτη
μεσήτρια που σύζηγον πιστήν
ζητεί να διαφθείρη! Πλην την αρετήν
γνωρίζει η Μητρίχη να φυλάττη.

Άλλον κατόπιν βλέπωμεν αχρείον
όστις κατάστημά τι συντηρεί
και άνδρα Φρύγα εμμανώς κατηγορεί
ως βλάψαντα το - παρθεναγωγείον.

Δύο πολύλογοι, κομψαί κυρίαι
επίσκεψιν εις τον Ασκληπιόν
κάμνουν, φαιδρύνουν δε μεγάλως τον ναόν
αι νοστιμώταταί των ομιλίαι.

Εις μέγα εργοστάσιον σκυττέως
εμβαίνομεν με την καλήν Μητρώ.
Ωραία πράγματα εδώ κείνται εν σωρώ
εδώ ευρίσκεται ο συρμός ο τελευταίος.

Πλην πόσα έλλειψαν εκ των παπύρων,
πόσον συχνά των μιαρών σηρών βορά
έγινεν ίαμβος λεπτός και είρων!
Ο ατυχής Ηρώδης, καμωμένος
δια τα σκώμματα και δια τα φαιδρά,
τι σοβαρά μας ήλθε πληγωμένος!

Κυανοί Οφθαλμοί

Δια την περιφρόνησιν οι ζωηροί φωστήρες
δεν έγιναν αυτοί, ωραία Κιρκασσία.
Ουχί οργής, αλλάς χαράς και έρωτος λαμπτήρες,
της ευφροσύνης αφειδείς δοτήρες,
της ηδονής υπόσχεσις γλυκεία.

Προς πείσμα αν εγένοντο καρδίας ερωτύλου,
και προς καταστροφήν,
αν εις την γην εστάλλησαν υπό θεού οργίλου,
αλλοίαν την μορφήν

θα είχον, και ο ήπιος των ουρανίων θόλος
δεν έδιδε ποσώς το τρυφερόν του χρώμα,
ο ευεργέτης ήλιος δεν έστεργεν ουδόλως
να τοις δοθή η φλοξ η φωτοβόλος
από το πύρινον, ερόν του σώμα.

[Οι Τέσσαρες Τοίχοι της Κάμαράς μου]

Το ξέρω πούναι όλα φτωχικά,
και που τους έπρεπαν στολίδια άλλα
τους φίλους μου, πλέον αρχοντικά
και περισσότερα, και πιο μεγάλα.

Αλλά αυτά τα λόγια τι θα πουν;
Έχουν οι τοίχοι μου πιο καλούς τρόπους,
και για τα δώρα μου δεν με αγαπούν.
Εκείνοι δεν ομοιάζουν τους ανθρώπους.

Έπειτα ξέρουν μόνο μια στιγμή
πως θα κρατήσουνε τα πράγματά μου
κι εμένα. Η χαραίς μου κι οι καϋμοί
και κάθε τι που έχω εδώ χάμου

γρήγορα θα περάσουν. Οι γεροί
τοίχοι για τέτοια δώρ' αδιαφορούνε.
Είναι μακρόβιοι κι απ' την μικρή 
ζωή μου τίποτε δεν απαιτούνε.

Έμπορος Αλεξανδρεύς

Επώλησε ακριβά κριθάριον σαπρόν,
Αυτή η Ρώμη είναι το βασίλειον
της καλοπληρωμής. Κι έφθασε Απρίλιον:
φεύγω Απρίλιον. Δεν έχασα καιρόν.

Κάπως το πέλαγος με φαίνεται οχληρόν,
μεγάλα νέφη σκέπουσι τον ήλιον.
Πλην τι; Πας βράχος δια εμέ κογχύλιον,
πας πόντος όμοιος προς ομαλόν αγρόν.

Πνεύματα δεν φοβούμε αέρος πλάγια.
Γελώ με τρικυμίας και ναυάγια.
Η Αλεξάνδρεια η ευρυάγυια

σώον θα με δεχθή... Αί, φίλοι, προσοχή!
Μακράν του πίθου! Τις αυθάδης ευωχεί!
Μετά τον πλουν διψά Σάμιον η ψυχή.

Λαγίδου Φιλοξενία

Ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ εστιά
βασιλικώς τον Μέδονα τον σοφιστήν -
των ψυχικών δυνάμεων ερευνητήν.
Ο βασιλεύς επί τω ξένω γαυριά.

Άλλοτε ο σοφιστής εν τη φθοροποιά
Ρώμη πτωχός εις μέγαν εξουσιαστήν
προσέφερε το έργον του. Ο δε, «Αυτήν
λάβε την μναν και άγε. Λήρος με ανιά.»

«Ω ύβρις, ύβρις! Μελετών το άπειρον
εχάραξα παν αίσθημα διάπυρον
πάσαν μου την καρδίαν εις τον πάπυρον

»τούτον...» Αλλά οικτείρων τον δικτάτορα,
διέκοψε τα έπη τα διάτορα.
Τίμα τον Πτολεμαίον Φιλοπάτωρα.

Εν τω Κοιμητηρίω

Όταν η μνήμη εις το κοιμητήριον
τα βήματά σου διευθύνει,
με ευλάβειαν το ιερόν μυστήριον
του σκοτεινού μας μέλλοντος προσκύνει.
Τον νουν σου ύψου προς τον Κύριον.
Προ σου
των απεράντων ύπνων η στενοτάτη κλίνη
κείται υπό το έλεος του Ιησού.
Η προσφιλής θρησκεία μας τα μνήματα
τον θάνατον ημών σεμνύνει.
Των εθνικών τα δώρα και τα θύματα
και τας πομπάς δεν αγαπά εκείνη.
Χωρίς ανόητα αναθήματα
χρυσού,
των απεράντων ύπνων η στενοτάτη κλίνη
κείται υπό το έλεος του Ιησού.

Πριάμου Νυκτοπορία

Άλγος εν τη Ιλίω κι οιμωγή.
Η γη
της Τροίας εν απελπισμώ πικρώ και δέει
τον μέγαν Έκτορα τον Πριαμίδην κλαίει.
Ο θρήνος βοερός, βαρύς ηχεί.
Ψυχή
δεν μένει εν τη Τροία μη πενθούσα,
του Έκτορος την μνήμην αμελούσα.
Αλλά είναι μάταιος, ανωφελής
πολύς
θρήνος εν πόλει ταλαιπωρημένη,
η δυσμενής κωφεύει ειμαρμένη.
Τα ανωφελή ο Πρίαμος μισών,
χρυσόν
εξάγει εκ του θησαυρού, προσθέτει
λέβητας, τάπητας, και χλαίνας, κι έτι
χιτώνας, τρίποδας, πέπλων σωρόν
λαμπρόν,
και ό,τι άλλο πρόσφορον εικάζει,
κι επί του άρματός του τα στοιβάζει.
Θέλει με λύτρα από τον τρομερόν
εχθρόν
του τέκνου του το σώμα να ανακτήση,
και με σεπτήν κηδείαν να τιμήση.
Φεύγει εν τη νυκτί τη σιγηλή.
Λαλεί
ολίγα. Μόνην σκέψιν τώρα έχει
ταχύ, ταχύ το άρμα του να τρέχη.
Εκτείνεται ο δρόμος ζοφερός.
Οικτρώς
ο άνεμος οδύρεται κ' οιμώζει.
Κόραξ απαίσιος μακρόθεν κρώζει.
Εδώ, κυνός ακούεται υλακή�lt;/font>
εκεί,
ως ψίθυρος λαγώς περνά ταχύπους.
Ο βασιλεύς κεντά, κεντά τους ίππους.
Της πεδιάδος εξυπνούν σκιαί
λαιαί,
και απορούν προς τι εν τόση βία
πετά ο Δαρδανίδης προς τα πλοία
Αργείων φονικών, και Αχαιών
σκαιών.
Αλλά ο βασιλεύς αυτά δεν τα προσέχει�lt;/font>
φθάνει το άρμα του ταχύ, ταχύ να τρέχει.

Επιτάφιον

Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κι οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος

κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας με ώθησε εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν με έρριψε η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος

κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί -
φωνής ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. Όθεν νυν ουδέν φρικτόν

πάσχω, κ' εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί.

Θεατής Δυσαρεστημένος

«Απέρχομαι, απέρχομαι. Μη κράτει με.
Της αηδίας και ανίας είμαι θύμα.».
«Πλην μειν ολίγον χάριν του Μενάνδρου. Κρίμα
τόσον να στερηθής». «Υβρίζεις, άτιμε.

»Μένανδρος είναι ταύτα τα λογίδια,
άξεστοι στίχοι και παιδιαριώδες ρήμα;
Άφες να απέλθω του θεάτρου παραχρήμα
και λυτρωθείς να στρέψω εις τα ίδια.

»Της Ρώμης ο αήρ σε έφθειρεν εντελώς.
Αντί να κατακρίνης επαινείς δειλώς
κι επευφημείς τον βάρβαρον - πώς λέγεται;

»Γαβρέντιος, Τερέντιος; - όστις απλώς
δια Λατίνων ατελλάνας ων καλός,
την δόξαν του Μενάνδρου μας ορέγεται».

Όποιος Απέτυχε

Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθη της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.

Εις τα άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάη! -
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί που θάβρει
την δύναμι να αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήση!
Πώς θα αντικρύση ταις ματιαίς ταις κρύαις
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ' αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά�lt;/font>
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψη!
Τα λόγια πώς θα ακούση που ξεσκίζουν
τα αυτιά με κάθε λέξι - κι εν τοσούτω
πρέπει να κάμνης σαν να μην τα νοιώθης
σαν νάσαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.

Το Πιόνι

Πολλάκις βλέποντας να παίζουν σκάκι
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά, σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ' αρχίσουν
η απολαύσεις του κι η αμοιβές του.
Πολλαίς στον δρόμο κακουχίαις βρίσκει.
Λόγχαις λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι�lt;/font>
τα κάστρα το χτυπούν με ταις πλατειαίς των
γραμμαίς�μέσα στα δυο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώση�lt;/font>
κ' εδώ κ' εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ' το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.

Αλλά γλυτώνει από τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.

Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία,
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!

Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνη
κι ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώση,
για να την αναστήση από τον τάφο
ήλθε να πέση στου σκακιού τον άδη.

Τρόμος

Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,
τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου
σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε
Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν
και τα άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν
και κάμνουν στο κρεββάτι μου κύκλο για να με διούνε 
και με κυττάζουν σαν να με γνωρίζουν
σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.

Το ξέρω, ναι, με καρτερούνε
σαν βδελυρούς καιρούς να μελετούνε
οπόταν ίσως σέρνομουν μαζύ των - μες στο σκότος
με τα όντα και τα πράγματα αυτά ανακατευμένος.
Κι αποφρενιάζουν ο καιρός να ξαναρθή ο πρώτος.
Μα δεν θα νάρθη πια ποτέ, γιατί είμαι εγώ σωμένος,
εις του Χριστού το όνομα βαπτισμένος.

Τρέμω σαν αισθανθώ το βράδυ
σαν νοιώσω που μες στο βαθύ σκοτάδι
επάνω μου είναι μάτια καρφωμένα...
Κρύψε με από την όρασί των Δέσποτά μου.

Και σαν μιλούν ή τρίζουνε, μη αφίσεις ως τα αυτιά μου
κανένα από τα λόγια των ναρθή τα αφορεσμένα,
μην τύχη και μες στην ψυχή μου φέρουν
καμμιά φρικώδη ανάμνησι από τα κρυφά που ξέρουν.

Στο Σπίτι της Ψυχής

Plus au fond, tout au fond, dans la Maison de l' Ame, 
Ou vont et viennent et s' asseoient autour d' un feu,
Les Passions avec leurs visages de femme.
RODENBACH
Μέσα στο Σπίτι της Ψυχής γυρίζουνε τα Πάθη -
ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά
ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.
Από την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη
ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη -
τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη -
χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.

Έξω από τες αίθουσες χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παληού καιρού,
η Αρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε 
την εορτή που κάμνουνε η εταίρες μεθυσμένες.
Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε
και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τα φώτα, τα διαμαντικά, και τ' άνθη του χορού.

[Βροχή]

έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι,
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό -
μπαίνοντας σε κλονάρια
οπού δεν έχουν μυστικά,
ποτίζοντας ταις ρίζαις
που έχουν ασθενικό χυμό,
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωσταίς δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια,
και πλένωντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστραις
τάστησαν αράδα, αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.
Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κυττάζουνε χαρούμενα
μέσ' από κάμαρη ζεστή,
κι' όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι' ανία,
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιαίς.
Βροχή, βροχή - εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχη.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ' απ' τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι' απλώνονται
κι αναιβοκαταιβαίνουν
ρανίδες σκορπισμέναις
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θωλά, θωλά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ' αμάξια.

[La Jeunesse Blanche]

Η φιλτάτη, η άσπρη μας νεότης,
α η άσπρη μας, η κάτασπρη νεότης,
που είν' απέραντη, κι είναι πολύ ολίγη,
σαν αρχαγγέλου άνω μας πτερά ανοίγει!...
Όλο εξαντλείται, όλο αγαπάει�lt;/font>
και λυώνει και λειγοθυμά εις τους ορίζοντας τους άσπρους.
Α πάει εκεί και χάνεται εις τους ορίζοντας τους άσπρους,
για πάντα πάει.

Για πάντα, όχι. Θα ξαναγυρίση,
θα επιστρέψη, θα ξαναγυρίση.
Με τα λευκά της μέλη, την λευκή της χάρι,
θα έλθ η άσπρη μας νεότης να μας πάρη.
Με τα λευκά της χέρια θα μας πιάση,
και με ένα σάβανο λεπτό από την ασπράδα της βγαλμένο,
με κάτασπρο ένα σάβανο από την ασπράδα της βγαλμένο
θα μας σκεπάση.

Γνωρίσματα

Άλλων μεν γαρ άλλαι χώραι καρπών τε και το-
κων εύφοροι, ίππος δεικνύει τον Θετταλόν...�lt;/font>
καρπός δε τήσδε της πόλεως λόγος και άνθρω-
πος.

ΙΜΕΡΙΟΣ

Το γνώρισμά της έχει κάθε χώρα.
Ίδιον είναι Θεσσαλού ίπποι και ιππασία, αναδεικνύει του πολέμου ώρα
τον Σπαρτιάτην, έχει η Μηδία

την τράπεζαν μετά των αιδεσμάτων,
κόμη δεικνύει τους Κελτούς, τους Ασσυρίους πώγων.
Αι δε Αθήναι ως γνωρίσματά των
τον Άνθρωπον έχουσι και τον Λόγον.
Αιωνιότης
Ο Ινδός Αρσούνας, βασιλεύς φιλάνθρωπος και πράος,
μισούσε ταις σφαγαίς. Ποτέ δεν έκαμνε πολέμους.
Πλην του πολέμου ο φοβερός θεός δυσηρεστήθη -
(λιγόστεψεν η δόξα του άδειασαν οι ναοί του) -
και μπήκε με θυμό πολύ στου Αρσούνα το παλάτι.
Ο βασιλεύς φοβήθηκε και λέει «Θεέ μεγάλε
συγχώρεσέ με αν δεν μπορώ ζωή να πάρω ανθρώπου».
Με περιφρόνησι ο θεός απήντησε «Από μένα
νομίζεσαι πιο δίκαιος; Με λέξεις μη γελιέσαι.
Καμμιά ζωή δεν παίρνεται. Γνώριζε πως ποτέ του
μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανείς πεθαίνει».

Σύγχυσις

Είναι η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός
συγκεχυμένη και παράλυτος. Εκτός,
εκτός αυτής γίνεται η ζωή της.
Και περιμένει την απίθανον ηώ.
Και περιμένω, φθείρωμαι, και ανιώ
κι εγώ εντός της ή μαζύ της.

Λήθη

Κλειστά εντός ανθοκομείου
υπό τα υελώματα τα άνθη ξεχνούν
πώς είναι η λάμψις του ηλίου
και πώς φυσούν αι αύραι αι δροσεραί όταν περνούν.

Σαλώμη

Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
στον νέον Έλληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
«ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
Αστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος

της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
Πλην την επιθυμία του την χθεσινή
ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.

Τα αίματα 'που στάζουνε βλέπει κι' αηδιάζει.
Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθή
προστάζει από εμπροστά του, κ' εξακολουθεί
του Πλάτονος τους διαλόγους να διαβάζη.

Χαλδαϊκή Εικών

Πριν πλάση ο θεός Εά τον άνθρωπον, γεμάτη
ήτο η γη με γόνους απεχθείς
του Άψου - που ατέρμονας αβύσσους είχε σώμα -
και του υγρού χάους Μουμού Ταμάτ.
Υπήρχαν τότε Μαχηταί με σώματα ορνέων,
Λαοί κατά το σώμα άνθρωποι
και κόρακες την κεφαλήν, με κεφαλάς ανθρώπων
Γένη μεγάλων ταύρων κι υψηλών,
και κύνες που εγαύγιζαν νυχθημερόν και είχον
τέσσαρα σώματα και τας ουράς
ιχθύων.- Ο καλός Εά και οι λοιποί θεοί μας
τα όντα εξολόθρευσαν αυτά
πριν θέσωσι τον άνθρωπον εντός του Παραδείσου
(εξ ου, οίμοι!, πώς έπεσεν οικτρώς).

Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις

Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,
μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,
συντροφευμένος με Έλληνας αθέους,
κι είδε με δόξαις και μεγάλα φώτα
να βγαίνουν άϋλαις μορφαίς εμπρός του,
φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,
κι ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων
επέστρεψε, κι έκαμε τον σταυρό του.
Αμέσως η Μορφαίς αφανισθήκαν,
η δόξαις χάθηκαν - σβύσαν τα φώτα.
Οι Έλληνες εκρυφοκυτταχθήκαν.
Κι' ο νέος είπεν�«Είδατε το θαύμα;
Αγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.
Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.
Δεν βλέπετε πως χάθηκαν αμέσως
οι δαίμονες σαν μ' είδανε να κάνω
το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»
Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα�lt;/font>
«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια
σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.
Τέτοια σαν θες εις τον Νικομηδείας
και στους παππάδες του μπορείς να λες.
Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου
οι μεγαλείτεροι θεοί φανήκαν.
Κι' αν φύγανε να μη νομίζης διόλου
που φοβηθήκαν μια χειρονομία.
Μονάχα σαν σε είδανε να κάνης
το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα
συχάθηκεν η ευγενής των φύσις
και φύγανε και σε περιφρονήσαν».
Έτσι τον είπανε κι από τον φόβο
τον ιερόν και τον ευλογημένον
συνήλθεν ο ανόητος, κι επείσθη
με των Ελλήνων τα άθεα τα λόγια.

Η Τράπεζα του Μέλλοντος

Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλλω.
Κεφάλαια μεγάλα αν έχη αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήση.

[Αδύνατα]

Μία χαρά υπάρχει πλην ευλογητή
μία παρηγορία εν αυτή τη λύπη.
Από το τέλος τούτο πόσοι συρφετοί
λείπουν χυδαίων ημερών, πόση ανία λείπει!

Είπεν εις ποιητής «Είναι αγαπητή
η μουσική που δεν δύναται να ηχήση».
Κι εγώ θαρρώ ότι η πλέον εκλεκτή
είν' η ζωή εκείνη που δεν δύναται να ζήση.

Πρόσθεσις

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στο νου μου πάντα βάζω -
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμαι εγώ εκεί
από ταις πολλαίς μονάδες μια. Μες στα ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά με αρκεί.

Ανθοδέσμαι

Άψινθος, δάτουρα, και υποκύαμος,
ακόνιτον, ελλέβορος, και κώνειον -
ολαι αι πικρίαι και τα δηλητήρια -
τα φύλλα των και τα άνθη τα φρικτά θα δώσουν
δια να γίνουν αι μεγάλαι ανθοδέσμαι
που θα τεθούν επί του φαεινού βωμού 
α, του λαμπρού βωμού εκ λίθου Μαλαχίτου 
του Πάθους του φρικτού και του περικαλλούς.

Λοεγκρίν

Λυπάται ο καλός ο βασιλεύς την Έλσα
και προς τον Αυλικό τον Κήρυκα γυρίζει.

Καλεί ο Κήρυξ, και η σάλπιγγες ηχούνε.

Α βασιλέα, σε παρακαλώ ακόμη,
ακόμη μια φορά ο Κήρυξ να καλέση.

Ο Κήρυξ πάλι προσκαλεί.

Σε ικετεύω,
πέφτω στα πόδια σου. Λυπήσου με, λυπήσου.
Είναι μακρυά, πολύ μακρυά και δεν ακούει.
Για τελευταία μια φορά ο Κήρυξ τώρα
ας προσκαλέση. Ίσως θα φανή.

Ο Κήρυξ
εκ νέου προσκαλεί.

Και να, σαν κάτι
άσπρο εις τον ορίζοντα εφανερώθη.
Εφάνηκεν, εφάνηκεν - είναι ο κύκνος.

Α δυστυχία μας, α δυστυχία, όταν
λυπάται ο βασιλεύς και προς τον Κήρυκά του
στρέφει μηχανικώς, χωρίς πολλήν ελπίδα.
Κι ο Κήρυξ προσκαλεί κι η σάλπιγγες ηχούνε.
Και πάλι προσκαλεί κι η σάλπιγγες ηχούνε�lt;/font>
και πάλι προσκαλεί κι η σάλπιγγες ηχούνε�lt;/font>
αλλά ο Λοεγκρίν δεν έρχεται ποτέ του.

Και όμως απαράβατη θα εφυλάττετο η πίστις.

Η Υποψία

Και ποιος θα ομιλήση το χειρότερο.
(Αυτό καλλείτερα να μη ελέγονταν).
Ποιος θάλθη να μας πη (Μη τον ακούσωμεν.
Μη τον ακούσωμεν. Θα τον ηπάτησαν)
την άδικη κατηγορία, κι έπειτα
το κάλεσμα, το ξανακάλεσμα του Κήρυκος,
τον ένδοξο τον ερχομό του Λοεγκρίν - 
κύκνο, και μαγικό σπαθί, και άγιο Γκραλ -
και επί τέλους την μονομαχίαν του,
εις την οποίαν τον ενίκησεν ο Τελραμόνδος.

Στρατηγού Θάνατος

Το χέρι του ο θάνατος απλώνει
κι ενός ενδόξου στρατηγού το μέτωπον αγγίζει.
Το βράδυ μια εφημερίς το νέον φανερώνει.
Το σπίτι του αρρώστου με πλήθος πολύ γεμίζει.

Εκείνον τον παρέλυσαν οι πόνοι
τα μέλη και την γλώσσα του. Το βλέμμα του γυρίζει
και ώρα πολλή σε πράγματα γνώριμα προσηλόνει.
Ατάραχος, τους παλαιούς ήρωας ενθυμίζει.

Από έξω - τον εσκέπασε σιγή κι' ακινησία.
Μέσα - τον σάπισεν ο φθόνος της ζωής, δειλία,
λέπρα ηδονική, μωρόν πείσμα, οργή, κακία.

Βαρυά βογγά. - Ξεψύχησε. - Θρηνεί κάθε πολίτου
φωνή�«Την πολιτεία μας ερήμαξε η θανή του!
Αλοίμονον η Αρετή απέθανε μαζύ του!»

Η Επέμβασις των Θεών

Heartily know
.........
The gods arrive.
EMERSON

REMONIN. -...Il disparaitra au moment necessaire;
les dieux interviendront.
Mme DE RUMIERES. -Comme dans les tragedies
antiques?
(Acte II, sc. i)
Mme DE RUMIERES. -Qu'y a-t-il?
REMONIN. -Les Dieux sont arrives.
(Acte V, sc. x)
ALEXANDRE DUMAS,FILS, L'Etrangere
Θα γίνη τώρα τούτο, κι έπειτα εκείνο,
και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),
τέτοιες θα είναι η πράξεις, τέτοιοι θάν' οι τρόποι.
Δεν θα φροντίσουμε για μακρυνό κατόπι.
Για το καλλίτερον ημείς θα προσπαθούμε.
Και όσο προσπαθούμε, τόσο θα χαλνούμε,
θα μπλέκουμε τα πράγματα, ως να βρεθούμε
στην άκρα σύγχυσι. Και τότε θα σταθούμε.
Θα ήναι η ώρα οι θεοί να εργασθούνε.
Έρχονται πάντοτε οι θεοί. Θα καταιβούνε
από τες μηχανές των, και τους μεν θα σώσουν,
τους δε βίαια, ξαφνικά θα τους σηκώσουν
από την μέση, και σαν φέρουνε μια τάξι
θα αποσυρθούν.- Κι έπειτα αυτός τούτο θα πράξη,
τούτο εκείνος, και με τον καιρόν οι άλλοι
τα ιδικά των. Και θα αρχίσουμε και πάλι.

Ο Βασιλεύς Κλαύδιος

Σε μέρη μακρυνά ο νους μου πιαίνει.
Στους δρόμους περπατώ της Ελσινόρης,
γυρίζω σταις πλατείαις, και θυμούμαι
την θλιβερώτατη την ιστορία,
τον άτυχον εκείνον βασιλέα,
που τον εσκότωσεν ο ανεψιός του
για κατ ιδανικαίς του υποψίαις.

Σε όλα τα σπίτια των πτωχών ανθρώπων
κρυφά (γιατί τον Φορτιμπράς φοβούνταν)
τον έκλαψαν. Φιλήσυχος και πράος
ήταν, και την ειρήνην αγαπούσε
(πολλά ο τόπος είχεν υποφέρει
από του προκατόχου του ταις μάχαις).
Ευγενικά εφέρνονταν προς όλους,
μεγάλους και μικρούς. Αυθαιρεσίαις
εχθρεύονταν, και συμβουλές ζητούσε
στου βασιλείου τες υποθέσεις πάντα
από ανθρώπους σοβαρούς κι εμπείρους.

Γιατί τον σκότωσεν ο ανεψιός του
με θετικότητα ποτέ δεν είπαν.
Τον υπωπτεύετο για έναν φόνο.
Της υποψίας του η βάσις ήταν
που σαν μια νύχτα περπατούσε επάνω
σε έναν από τους αρχαίους προμαχώνας,
εθάρρεψε πως είδεν ένα φάσμα
και με το φάσμα έκαμε ομιλία.
Και τάχα κάποιαις έμαθε από το φάσμα
κατηγορίαις για τον βασιλέα.

Θα ήταν έξαψις της φαντασίας
βεβαίως και των οφθαλμών απάτη.
(Ο πρίγκηψ ήταν νευρικός εις άκρον.
Σαν σπούδαζε στο Βίττεμπεργκ τον είχαν
για μανιακό πολλοί συμμαθηταί του).

Ολίγαις ημέραις έπειτα επήγεν
εις της μητέρας του να ομιλήσουν
για μερικά οικογενειακά των. Κι αίφνης
εκεί που ομιλούσε παρεφέρθη
κι άρχισε να βοά, να ξεφωνίζη
πώς φάνηκε το φάσμα εμπροστά του.
Πλην τίποτε η μητέρα του δεν είδε.

Και την ιδία μέρα έναν γέρον
άρχοντα σκότωσε χωρίς αιτία.
Καθώς επρόκειτο να πάγη ο πρίγκηψ
εις την Αγγλία σε μια δύο ημέραις
ο βασιλεύς επέσπευσε άρον, άρον
τον πηγαιμό του για να τον γλυτώση.
Πλην τόσο αγανάκτησεν ο κόσμος
για την φρικτότατη δολοφονία
που εσηκώθηκαν επαναστάται
και γύρευαν του παλατιού ταις πόρταις
να σπάσουν με τον υιό του σκοτωμένου
τον άρχοντα Λαέρτη (έναν νέον
ανδρείο, και φιλόδοξον επίσης�lt;/font>
στην ταραχή «Ο Βασιλεύς Λαέρτης
ζήτω!» εφώναξαν κάποιοι του φίλοι).

Σαν έπειτα ησύχασεν ο τόπος
κι' ο βασιλεύς ξαπλώθηκε στον τάφο
από τον ανεψιό του σκοτωμένος
(ο πρίγκηψ στην Αγγλία δεν επήγε,
στον δρόμο ξέφυγεν από το πλοίο),
ένας Ωράτιος βγήκε στην μέση
κι εγύρεψε με κάτι εξιστορήσεις
τον πρίγκηπα να δικαιολογήση.
Είπε πως το ταξείδι της Αγγλίας
ήταν επιβουλή κρυφή κι εδόθη
διαταγή εκεί να τον σκοτώσουν.
(Αυτό όμως καθαρά δεν απεδείχθη).
Είπε και για κρασί φαρμακευμένο,
φαρμακευμένο από τον βασιλέα.
Τώπε, είναι αλήθεια, κι ο Λαέρτης τούτο.
Πλην δεν εψεύσθη; πλην δεν απατήθη;
Και πότε τώπε; Όταν πληγωμένος
εξέπνεε κι εγύριζεν ο νους του
και φαίνονταν σαν να παραμιλούσε.
Όσο για τα φαρμακευμένα όπλα
κατόπι φάνηκε πως το φαρμάκι
δεν τώβαλλεν ο βασιλεύς καθόλου,
μονάχος του τώβαλλεν ο Λαέρτης.
Αλλά ο Ωράτιος εις την ανάγκη
έβγαζε και το φάσμα μαρτυρία.
Το φάσμα είπε τούτο, είπε εκείνο!
Το φάσμα έκαμεν αυτό κι εκείνο!

Για αυτά, ενώ τον άκουαν να λέγη,
οι πιο πολλοί μες στην συνείδησί των
λυπούνταν τον καλό τον βασιλέα
που με φαντάσματα και παραμύθια
άδικα τον εσκότωσαν, και πήγε.

Όμως ο Φορτιμπράς, που ωφελήθη
κι' απέκτησ' εύκολα την εξουσία,
κύρος πολύ και προσοχή μεγάλη
έδιδεν εις τα λόγια του Ωρατίου.

Η Ναυμαχία

Αφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.
Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,
και η Περσέπολις - οι πιο ωραίοι τόποι.
Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.
Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί, η ναυμαχία
αυτή γιατί να γένεται και να απαιτήται.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί, γιατί να πρέπη
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κι εκεί να πιαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
Έτσι γιατί να ήναι: μόλις κανείς έχει
τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
και πιαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήση.
Α ναι βεβαίως, άλλο λόγο να μη λέμε:
Οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
Α ναι τω όντι, τι μας μένει πια να πούμε:
οά, οά, οά, οά, οά, οά.

Όταν ο Φύλαξ είδε το Φως

Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
των Ατρειδών κι έβλεπε ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
ευχάριστα. Μακρυά είδε φωτιά να ανάβη.
Και χαίρεται, κι ο κόπος του επίσης παύει.
Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
στην ζέστη και στο κρύο να κυττάζης πέρα
το Αραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
απ' ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
τούτο κερδήθηκε: γλυτώσαμε από ελπίδας
και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Ατρείδας
πολλά θα γίνουνε. Χωρίς νάναι σοφός
κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
Καλό το φως, κι αυτοί που έρχονται καλοί,
τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Αλλά
το Άργος ειμπορεί χωρίς Ατρείδας να
κάμη. Τα σπίτια δεν είναι παντοτεινά.
Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
Ημείς να ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.

Οι Εχθροί

Τον Ύπατο τρεις σοφισταί ήλθαν να χαιρετήσουν.
Ο Ύπατος τους έβαλλε κοντά του να καθίσουν.
Ευγενικά τους μίλησε. Κι έπειτα, να φροντίσουν,
τους είπε, χωρατεύωντας. «Η φήμη φθονερούς
κάμνει. Συγγράφουν οι αντίζηλοι. Έχετε εχθρούς».
Απήντησε ένας από τους τρεις με λόγους σοβαρούς.

«Οι τωρινοί μας οι εχθροί δεν θα μας βλάψουνε ποτέ.
Κατόπι θάλθουν οι εχθροί μας, οι καινούριοι σοφισταί.
Όταν ημείς, υπέργηροι, θα κείμεθα ελεεινά
και μερικοί θα μπήκαμε στον Άδη. Τα σημερινά
τα λόγια και τα έργα μας αλλόκοτα (και κωμικά
ίσως) θα φαίνωνται, γιατί θα αλλάξουν τα σοφιστικά,
το ύφος και τας τάσεις οι εχθροί. Όμοια σαν κι εμένα,
και σαν κι αυτούς, που τόσο μεταπλάσαμε τα περασμένα.
Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά
θα τα αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά
τα ίδια ξαναλέγωντας αλλοιώς (χωρίς μεγάλον κόπο).
Καθώς κι εμείς τα λόγια τα παληά είπαμε με άλλον τρόπο».

Τεχνητά Άνθη

Δεν θέλω τους αληθινούς ναρκίσσους - μηδέ κρίνοι
με αρέσουν, μηδέ ρόδ αληθινά.
Τους τετριμμένους, τους κοινούς κήπους κοσμούν. Με δείνει
η σάρκα των πικρία, κούρασι, κι' οδύνη -
τα κάλλη των βαρυούμαι τα φθαρτά.

Δόστε με άνθη τεχνητά - η δόξαις του τσινιού και του μετάλλου -
που δεν μαραίνονται και δεν σαπίζουν, με μορφαίς που δεν γερνούν.
Άνθη των εξαισίων κήπων ενός τόπου άλλου,
που Θεωρίαις, και Ρυθμοί, και Γνώσεις κατοικούν.

Άνθη αγαπώ από υαλί ή από χρυσό πλασμένα,
της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά,
με χρώματ' απ' τα φυσικά πιο εύμορφα βαμμένα,
και με σεντέφι και με σμάλτο δουλευμένα,
με φύλλα και κλωνάρια ιδανικά.

Παίρνουν την χάρι των από σοφή κι αγνότατη Καλαισθησία,
μέσα στα χώματα δεν φύτρωσαν και μες σταις λάσπαις ρυπαρά.
Εάν δεν έχουν άρωμα, θα χύσουμε ευωδία,
θα κάψουμε εμπροστά των μύρα αισθηματικά.

Θεόφιλος Παλαιολόγος

Ο τελευταίος χρόνος είναι αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είναι αυτός. Κι αλλοίμονον 
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.

Δυνάμωσις

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώση
να βγη από το σέβας κι από την υποταγή.
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κι έθιμα κι από την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι,
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθή.
Έτσι θα αναπτυχθή ενάρετα στην γνώσι.

Ο Σεπτέμβρης του 1903

Τουλάχιστον με πλάναις ας γελιούμαι τώρα,
την άδεια την ζωή μου να μη νοιώθω.
Και ήμουνα τόσαις φοραίς τόσο κοντά,.
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα,
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη,
και μέσα μου να κλαίη η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν η επιθυμίαις μου.
Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ' ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι.

Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι' αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω -
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια,
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Ο Γεννάρης του 1904

Α η νύχταις του Γεννάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείναις ταις στιγμαίς και σε ανταμόνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι' ακούω τα πρώτα.
Απελπισμέναις νύχταις του Γεννάρη αυτουνού,
σαν φεύγει η οπτασία και μ' αφίνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική -
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, παν τα σπίτια, παν τα φώτα,
σβύνει και χάνεται η μορφή σου η ερωτική.

Σταις Σκάλαις

Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδής, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβωντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θάβρες, καθώς δεν την βρήκα.
Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να στον δώσω,
τον έρωτα που ήθελα - τα μάτια σου με τώπαν
τα κουρασμένα και ύποπτα - είχες να με τον δώσης.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν,
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.
Αλλά κρυφθήκαμε κι οι δυο μας ταραγμένοι.

Στο Θέατρο

Βαρέθηκα να βλέπω την σκηνή,
και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία.
Και μέσα σε ένα θεωρείο είδα σένα
με την παράξενη εμορφιά σου, και τα διεφθαρμένα νειάτα.
Κι αμέσως γύρισαν στον νου μου πίσω
όσα με είπανε το απόγευμα για σένα,
κι η σκέψις και το σώμα μου συγκινηθήκαν.
Κι ενώ εκύτταζα γοητευμένος
την κουρασμένη σου εμορφιά, τα κουρασμένα νειάτα,
το ντύσιμό σου το εκλεκτικό,
σε φανταζόμουν και σε εικόνιζα,
καθώς με είπανε το απόγευμα για σένα.

Ποσειδωνιάται

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλ-
πω το μεν εξ αρχής Έλλησιν ούσιν εκβαρβα-
ρώσθαι Τυρρηνοίς ή Ρωμαίοις γεγονόσι και
την τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τα τε πολλά
των επιτηδευμάτων, άγειν δε μιαν τινα αυ-
τούς των εορτών των Ελλήνων έτι και νυν,
εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρ-
χαίων ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυ-
ράμενοι προς αλλήλους και δακρύσαντες
απέρχονται

ΑΘΗΝΑΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ' είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείωνε η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες-
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί,
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- από τον ελληνισμό.

Το Τέλος του Αντωνίου

Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν η γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κι η δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά -
όλη η παράφορη Αλεξανδρεινή ζωή του -
κι είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσα αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένο[ς]».

27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.

Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω από τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τάζησες παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κ' επέρασάν το το σκοινί και τόπνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κι ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα,
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου».

Κρυμμένα

Από όσα έκαμα κι από όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Η πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα -
από εκεί μονάχα θα με νοιώσουν.
Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι -στην τελειωτέρα κοινωνία-
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κι ελεύθερα θα κάμει.

Έρωτος Άκουσμα

Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σε έπλασσεν, αυτά
πρώτα, κι έπειτα τα άλλα -πιο μικρά- που στην ζωή σου
επέρασες κι απόλαυσες, τα αληθινότερα κι απτά.-
Από τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.

«Τα δε άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι»

«Τωόντι», είπε ο ανθύπατος, κλείοντας το βιβλίο, «αυτός
ο στίχος είναι ωραίος και πολύ σωστός,
τον έγραψεν ο Σοφοκλής βαθυά φιλοσοφώντας.
Πόσα θα πούμε εκεί, πόσα θα πούμε εκεί,
και πόσο θα φανούμε διαφορετικοί.
Αυτά που εδώ σαν άγρυπνοι φρουροί βαστούμε,
πληγές και μυστικά που μέσα μας σφαλνούμε,
με καθημερινή αγωνία βαρυά,
ελεύθερα εκεί και καθαρά θα πούμε».

«Πρόσθεσε», είπε ο σοφιστής, μισοχαμογελώντας,
«αν τέτοια λεν εκεί, αν τους μέλλει πια».

Έτσι

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου, εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις,
τι απαίσιο θάταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν,
τι ποταπή ψυχή θα είναι η δική σου.
Μα με όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη 
έτσι για μένα μένεις και σε λέγει η ποίησίς μου.

Επάνοδος από την Ελλάδα

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμε Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ� έτσι είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε,
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Ρώτησε την καρδιά σου
όσο που απ' την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Αξίζει να γελοιούμαστε;-
αυτό δεν θάταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια�lt;/font>
είμεθα Έλληνες κι εμείς -τι άλλο είμεθα;-
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ' το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καϋμένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

Α όχι δεν ταιριάζουνε σε εμάς αυτά.
Σαν Έλληνας σαν κι εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

Φυγάδες

Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι. Λίγο να βαδίσεις
στην ίσια της οδό που στο Ιπποδρόμιο παύει,
θα δεις παλάτια και μνημεία που θα απορήσεις.
Όσο κι αν έπαθεν από τους πολέμους βλάβη
όσο κι αν μίκραινε, πάντα θαυμάσια χώρα.
Κι έπειτα με εκδρομές, και με βιβλία,
και με σπουδές διάφορες περνά η ώρα.
Το βράδυ μαζευόμεθα στην παραλία
ημείς οι πέντε (με ονόματα όλοι
πλαστά βεβαίως) κι άλλοι μερικοί Γραικοί
από τους ολίγους όπου μείνανε στην πόλι.
Πότε μιλούμε για εκκλησιαστικά (κάπως λατινικοί
μοιάζουν εδώ), πότε φιλολογία.
Προχθές του Νόννου στίχους εδιαβάζαμε.
Τι εικόνες, τι ρυθμός, τι γλώσσα, τι αρμονία.
Ενθουσιασμένοι τον Πανοπολίτην εθαυμάζαμε.
Έτσι περνούν η μέρες, κι η διαμονή
δυσάρεστη δεν είναι, γιατί, εννοείται,
δεν πρόκειται νάναι παντοτεινή.
Καλές ειδήσεις λάβαμε, και είτε
από την Σμύρνη κάτι γίνει τώρα, είτε τον Απρίλιο
οι φίλοι μας κινήσουν από την Ήπειρο, τα σχέδιά μας
επιτυγχάνουν, και τον ρίχνουμεν ευκόλως τον Βασίλειο.
Και τότε πια κι εμάς θάρθει η σειρά μας.

Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των

Στης ηδονής το σπίτι όταν μπήκα,
δεν έμεινα στην αίθουσα όπου γιορτάζουν
με κάποια τάξιν αναγνωρισμένοι έρωτες.
Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.
Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
που τώχουν για ντροπή και να τες ονομάσουν.
Μα όχι ντροπή για μένα -γιατί τότε
τι ποιητής και τι τεχνίτης θάμουν;
Καλλίτερα να ασκήτευα. Θάταν πιο σύμφωνο
πολύ πιο σύμφωνο με την ποίησί μου�lt;/font>
παρά μες στην κοινότοπην αίθουσα να χαρώ.

Μισή Ώρα

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Αλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε με έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές -βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός-
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κι έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
με όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν νάναι το σώμα σου κοντά.

Σπίτι με Κήπον

Ήθελα νάχω ένα σπίτι εξοχικό
μ' έναν πολύ μεγάλο κήπο - όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά�είν' ευμορφότατα)
αλλά για νάχω ζώα. Α νάχω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες - η δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλλο, να τον αγροικώ
να λέγει πράγματα μ' έμφασι και πεποίθησιν.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ' έφθαναν.
Θάθελα και δυο άλογα (καλά είναι τ' αλογάκια).
Κ' εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ' τ' αξιόλογα
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ' η κεφαλές των.

Μεγάλη Εορτή στου Σωσιβίου

Ωραίον ήτο το απόγευμά μου, λίαν
ωραίον. Την Αλεξανδρινή θάλασσαν ηδέως λείαν

αγγίζει ελαφρότατα, θωπεύει η κώπη.
Χρειάζεται μια τέτοια ανάπαυσις: είναι βαρείς οι κόποι.

Να βλέπουμε κι αθώα κάποτε τα πράγματα, και ήπια.
Βράδυασεν όμως, δυστυχώς. Να, και τον οίνον όλον ήπια,

δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν' η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στα άλλα.

Ένδοξος οίκος (ο περιφανής Σωσίβιος κι η καλή
συμβία του, έτσι να λέμε) εις εορτήν του μας καλεί.

Στες ραδιουργίες μας πρέπει να πάμε πάλι -
να ξαναπιάσουμε την ανιαρά πολιτική μας πάλη.

Συμεών

Τα ξέρω, ναι, τα νέα ποιήματά του�lt;/font>
ενθουσιάσθηκεν η Βηρυτός με αυτά.
Μιαν άλλη μέρα θα τα μελετήσω.
Σήμερα δεν μπορώ γιατί είμαι κάπως ταραγμένος.

Από τον Λιβάνιο πιο ελληνομαθής είναι βεβαίως.
Όμως καλλίτερος κι από τον Μελέαγρο; Δεν πιστεύω.

Α, Μέβη, τι Λιβάνιος! και τι βιβλία!
και τι μικρότητες!... Μέβη ήμουν χθες - 
η τύχη τώφερε - κάτω από του Συμεών τον στύλο.

Χώθηκα ανάμεσα στους Χριστιανούς
που σιωπηλοί προσεύχονταν κι ελάτρευαν,
και προσκυνούσαν, πλην μη όντας Χριστιανός
την ψυχική γαλήνη των δεν είχα - 
κι έτρεμα ολόκληρος και υπόφερνα,
κι έφριττα, και ταράττομουν, και παθαινόμουν.

Α μη χαμογελάς, τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου - 
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια επάνω σε έναν στύλο ζει και μαρτυρεί.
Πριν γεννηθούμε εμείς - εγώ είμαι είκοσι ενιά ετών,
εσύ θαρρώ είσαι νεότερος μου -
πριν γεννηθούμε εμείς, φαντάσου το,
ανέβηκεν ο Συμεών στον στύλο
κι έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό.

Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.-
Πλην τούτο, Μέβη, κάλλιο να το πεις
που ό,τι κι αν λεν οι άλλοι σοφισταί,
εγώ τον παραδέχομαι τον Λάμονα
για πρώτο της Συρίας ποιητή.

Ο Δεμένος Ώμος

Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
Μα πιθανόν η αιτία νάταν άλλη
του πληγωμένου και δεμένου ώμου.

Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
απ' ένα ράφι για να καταιβάσει κάτι
φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
λύθηκεν ο επίδεσμος κι έτρεξε λίγο αίμα.

Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως, γιατί δεν πονούσε,
και με άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.

Σαν έφυγε ηύρα στην καρέγλα εμπρός,
ένα κουρέλλι ματωμένο, από τα πανιά,
κουρέλλι που έμοιαζε για τα σκουπίδια κατά ευθείαν,
και που στα χείλη μου το πήρα εγώ,
και που το φύλαξα ώρα πολλή -
το αίμα του έρωτος στα χείλη μου επάνω.

Νομίσματα

Νομίσματα με ινδικές επιγραφές.
Είναι κραταιοτάτων μοναρχών,
του Εβουκρατιντάζα, του Στρατάγα,
του Μεναντράζα, του Εραμαϊάζα.
Έτσι μας αποδίδει το σοφό βιβλίον,
την ινδική γραφή της μιας μεριάς των νομισμάτων.
Μα το βιβλίο μας δείχνει και την άλλην
που είναι κιόλας κι η καλή μεριά
με την μορφή του βασιλέως. Κι εδώ πώς σταματά ευθύς,
πώς συγκινείται ο Γραικός ελληνικά διαβάζοντας,
Ερμαίος, Ευκρατίδης, Στράτων, Μένανδρος.

Πάρθεν

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τα άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά�δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη,πήραν την, πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την, πήραν την Σαλονίκη.

Όμως από τα άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ αναγνώθ σίτ ανακλαίγ σίτ ανακρούγ την κάρδιαν.
Ν αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

Από το Συρτάρι
\
Εσκόπευα στης κάμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.

Αλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.

Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.

Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.

Αυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο -
α για μέρα μόνο, για μιαν ώρα
μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.

Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.

Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμένη.

Άλλωστε, και βλαμένη αν δεν ήταν,
θα με ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδόσει - 
αν με ρωτούσανε ποτέ για αυτήν.

Βακχικόν

Από του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν,
εντός του ποτηρίου μου εύρον την ησυχίαν,
ζωήν κι ελπίδα εν αυτώ και πόθους εσωκλείω,
δότε να πίω.

Μακράν εδώ των συμφορών, των θυελλών του βίου,
αισθάνομαι ως διασωθείς ναύτης εκ ναυαγίου
κι εν ασφαλεί ευρισκόμενος εντός λιμένος πλοίω.
Δος μοι να πίω.

Ω! υγιής του οίνου μου ζέσις, απομακρύνεις
πάσαν ψυχράν επιρροήν. Φθόνου ή καταισχύνης,
ή μίσους, ή διαβολών, δεν με εγγίζει κρύο,
δότε να πίω.

Την άχαριν αλήθειαν γυμνήν δεν βλέπω πλέον.
Άλλην απήλαυσα ζωήν, και κόσμον έχω νέον,
εν των ονείρων τω ευρεί ευρίσκομαι πεδίω -
δος, δος να πίω!

Και αν ήναι δηλητήριον, και αν εύρω την πικρίαν
της τελευτής εντός αυτού, εύρον πλην ευτυχίαν,
τέρψιν, χαράν, και έπαρσιν εν τω δηλητηρίω,
δότε να πίω!

Ο Ποιητής και η Μούσα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κι εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είναι οι λόγοι μου, της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είναι, αισθάνομαι, η δόξα κι η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκα όπου ατενίσω,
κι επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη είναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είναι εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Αθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Η ΜΟΥΣΑ

Δεν είσαι ψεύτης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν το αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι - χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εάν η γη καλύπτεται με σκότος, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι,
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε 
ρόδων, και ίων, κι ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

Κτίσται

Η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη - φέρει
καθείς τον λίθον του, ο εις λόγους, βουλάς, ο άλλος
πράξεις - και καθημερινώς την κεφαλήν της αίρει
υψηλοτέραν. Θύελλα, αφνίδιός τις σάλος

εάν επέλθη, σωρηδόν οι αγαθοί εργάται
ορμώσι και το φρούδον των υπερασπίζονται έργον.
Φρούδον, διότι καθενός ο βίος δαπανάται
υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνους στέργων,

ίνα η γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν
άδολον, και μακράν ζωήν, και πλούτον, και σοφίαν
χωρίς ιδρώτα ποταπόν, ή δούλην εργασίαν.

Αλλά η μυθώδης γενεά ουδέποτε θα ζήση,
η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση
κι εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θα αρχίση.

Λόγος και Σιγή

Αζά καν ελκαλάμ μιν φάντα, ασσουκούτ μιν ζαχάμπ.
ΑΡΑΒΙΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑ
«Είναι χρυσός η σιωπή και άργυρος ο λόγος.»

Τις βέβηλος προέφερε τοιαύτην βλασφημίαν;
τις χαυνωθείς Ασιανός παραιτηθείς εις μοίραν
τυφλήν, βωβήν, τυφλός, βωβός; Ποίος οικτρός παράφρων
ξένος τη ανθρωπότητι, την αρετήν υβρίζων,
χίμαιραν είπε την ψυχήν, και άργυρον τον λόγον;
Το μόνον μας θεοπρεπές δώρημα, περιέχον
τα πάντα - ενθουσιασμόν, λύπην, χαράν, αγάπην�lt;/font>
εν τη ζωώδει φύσει μας ανθρώπινον το μόνον!
Συ όστις τον αποκαλείς άργυρον, δεν πιστεύεις
το μέλλον, λύον την σιγήν, μυστηριώδες ρήμα.
Συ εν σοφία δεν τρυφείς, πρόοδος δεν σε θέλγει,
με την αμάθειαν - χρυσήν σιγήν - ευχαριστείσαι.
Νοσείς. Είναι η αναίσθητος σιγή βαρεία νόσος,
ενώ ο Λόγος ο θερμός, ο συμπαθής, υγεία.
Σκιά και νυξ είναι η Σιγή, ο Λόγος, η ημέρα.
Ο Λόγος είναι αλήθεια, ζωή, αθανασία.
Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν - σιγή δεν μας αρμόζει
αφού εις το ομοίωμα επλάσθημεν του Λόγου.
Λαλήσωμεν λαλήσωμεν - αφού λαλεί εντός μας
η θεία σκέψις, της ψυχής άυλος ομιλία.

Σαμ ελ Νεσίμ

Το ωχρόν μας Μισίρι
με βέλη ο ήλιος πλήρη
πικρίας και πείσματος καίει και δέρει,
και με δίψαν και νόσον το καταπονεί.
Το γλυκύ μας Μισίρι
εν μια γελαστή πανηγύρει
μεθά, λησμονεί, και κοσμείται, και χαίρει,
και τον τύραννον ήλιον περιφρονεί.

Το ευτυχές Σαμ ελ Νεσίμ την άνοιξιν αγγέλλει,
της εξοχής πανήγυρις αθώα.
Κενούτ' η Αλεξάνδρεια, κι οι δρόμοι οι πυκνοί της.
Το ευτυχές Σαμ ελ Νεσίμ να εορτάση θέλει
ο αγαθός Αιγύπτιος και γίνεται σκηνίτης.
Από παντού εξέρχονται τα αθρόα

των φιλεόρτων τάγματα. Πληρούται το Γκαμπάρι
και η γλαυκή, ρεμβώδης Μαχμουδία.
Το Μεξ, το Μωχαρέμβεη, το Ράμλιον πληρούνται.
Και αμιλλώνται αι εξοχαί τα πλείστα τις θα πάρη
κάρρα, εφ ων πλήθη λαού ευδαίμονται αφικνούνται
εν σοβαρά, ησύχω ευθυμία.

Διότι ο Αιγύπτιος και εις το πανηγύρι
διατηρεί την σοβαρότητά του.
Με άνθη κοσμεί το φέσι του, αλλά το πρόσωπόν του
είναι απλανές. Μονότονον ασμάτιον μορμύρει,
χαρούμενος. Κέφι πολύ έχει εις τον λογισμόν του,
ολίγιστον εις τα κινήματά του.

Δεν έχει το Μισίρι μας πλουσίαν πρασινάδα,
δεν έχει ρύακας τερπνούς ή βρύσεις,
δεν έχει όρη υψηλά και με σκιάν ευρείαν.
Αλλά έχει άνθη μαγικά, πύρινα από την δάδα
του Φθα πεσόντα, πνέοντα άγνωστον ευωδίαν
μύρα, εν οις λιποθυμεί η φύσις.

Εν μέσω κύκλου θαυμαστών θερμώς επευφημείται
γλυκύς μογάννι φήμης ευρυτάτης.
Εν τη τρεμούση του φωνή ερωτικαί οδύναι
στενάζουσι, το άσμα του πικρά παραπονείται
κατά της ελαφράς Φατμά ή της σκληράς Εμίνε,
κατά της Ζέναπ της πονηροτάτης.

Με τας σκηνάς τας σκιεράς και το ψυχρόν σερμπέτι
διώκονται ο καύσων και η σκόνη.
Φεύγουν αι ώραι ως στιγμαί, ως ίπποι εσπευσμένοι
εν πεδιάδι ομαλή, και η λαμπρά των χαίτη
επί της πανηγύρεως φαιδρώς εξαπλωμένη
το ευτυχές Σαμ ελ Νεσίμ χρυσώνει.

Το ωχρόν μας Μισίρι
με βέλη ο ήλιος πλήρη
πικρίας και πείσματος καίει και δέρει,
και με δίψαν και νόσον το καταπονεί.
Το γλυκύ μας Μισίρι
εν μια γελαστή πανηγύρει
μεθά, λησμονεί, και κοσμείται, και χαίρει,
και τον τύραννον ήλιον περιφρονεί.

Αοιδός

Μακράν του κόσμου, τον μεθά ποιητική μαγεία�lt;/font>
ο κόσμος όλος δι' αυτόν είναι οι ωραίοι στίχοι.
Δια τον αοιδόν αυτής έκτισε η Φαντασία
άυλον οίκον στερεόν ον δεν κλονίζει η τύχη.

Θα είπετε, «Βίος ψυχρός και μάταιος. Μωρία
το να νομίζης η ζωή ότι αυλού είναι ήχοι
τερπνοί, και ουδέν άλλο,» ή «Ξηρά αναισθησία
μαστίζει όντινα ποτέ πόνος δεν κατατρύχει

της πάλης της ζωής.» Αλλά πλάνη και αδικία
είναι η κρίσις σας. Αυτού η Φύσις είναι θεία.
Μη κρίνετε εν τη λογική, τυφλή σας ασθενεία.

Είναι εκ σμαράγδου μαγικού του οίκου του οι τοίχοι -
και ψιθυρίζουν εν αυτοίς φωναί, «Φίλε, ησύχει,
σκέπτου και ψάλλε. Μυστικέ απόστολε, ευψύχει!»

Vulnerant Omnes, Ultima Necat

Της Βρούγκου η μητρόπολις, ην πάλαι είχε κτίσει
δουξ Φλαμανδός τις ισχυρός και αφειδώς προικίσει,
έχει εν ωρολόγιον με αργυρούς πυλώνας
όπερ δεικνύει τον καιρόν από πολλούς αιώνας.

Είπε το Ωρολόγιον, «Είναι η ζωή μου κρύα
και άχρους, και σκληρά.
Είναι ομοία δια εμέ πάσα της γης ημέρα.
Παρασκευή και Σάββατον, Κυριακή, Δευτέρα,
δεν έχουσι διαφοράν. Ζω - χωρίς να ελπίζω.
Η μόνη διασκέδασις, η μόνη ποικιλία
είναι, εν τη μοιραία μου, πικρά μονοτονία,
του κόσμου η φθορά.
Ότε τους δείκτας μου νωθρώς, εν μαρασμώ γυρίζω
μοι φανερώνεται παντός γηίνου η απάτη.
Τέλος και πτώσις πανταχού. Ατρύτου πάλης κρότοι,
στόνοι βομβούσι πέριξ μου - και συμπεραίνω ότι
Πληγώνει πάσα ώρα μου, φονεύει η εσχάτη.»

Ήκουσεν ο Αρχιερεύς τον λόγον τον αυθάδη
και είπεν, «Ωρολόγιον, η γλώσσα αυτή απάδει
εις την εκκλησιαστικήν και υψηλήν σειράν σου.
Τοιαύτη σκέψις πονηρά εις την διάνοιάν σου
πόθεν εισήλθεν; ω μωρά, αιρετική ιδέα!
Το πνεύμα σου με αχλύν
πυκνήν θα περιέβαλε πολύχρονος ανία.
Άλλην αποστολήν
εκ του Κυρίου, των ωρών έλαβεν η χορεία.
Εκάστη αναζωπυρεί�γεννά η τελευταία.»

Καλός και Κακός Καιρός

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Τιμόλαος ο Συρακούσιος

Είναι ο Τιμόλαος ο πρώτος μουσικός
της πρώτης πόλεως της Σικελίας.
Οι Έλληνες της Δυτικής Ελλάδος μας,
εκ Νεαπόλεως, και Μασσαλίας,
εκ Τάραντος, Πανόρμου, και Ακράγαντος,
και εξ όσων άλλων πόλεων τας όχθας
της Εσπερίας στέφουσι μ' ελληνισμόν,
σπεύδουν αθρόοι εις τας Συρακούσας,
να ακροασθώσι του ενδόξου μουσικού.
Σοφώτατος εν λύρα και κιθάρει,
γνωρίζει έτι τον λεπτόν ημίοπον,
τον τρυφερόν εν τρυφεροίς αυλοίς. Εξάγει
από τον γίγγραν μελωδίαν κλαίουσαν.
Και ότε εν χερσί την μάγαδίν του
λαμβάνει, αι χορδαί αυτής την ποίησιν
εκπέμπουν της θερμής Ασίας - μύησιν
ηδυπάθειας και γλυκείας ρέμβης,
των Εκβατάνων και της Νίνου άρωμα.
Αλλά εν μέσω των επαίνων των πολλών,
εν μέσω των πολυταλάντων δώρων,
περίλυπος είναι ο καλός Τιμόλαος.
Γενναίος Σάμιος δεν τον ευφραίνει,
και σιωπών προσβάλλει το συμπόσιον.
Αόριστός τις λύπη τον κατέχει,
η λύπη της πολλής αδυναμίας του.
Κενά αισθάνεται τα όργανά του,
ενώ πληρούται η ψυχή του μουσικής.
Τους μυστικούς του ήχους να εκχύση,
μάτην παλαίει μετά πόνου κι εμμονής�lt;/font>
αι τελειότεραί του αρμονίαι μένουν
βωβαί κι υπολανθάνουσαι εντός αυτού.
Το δε ενθουσιών πλήθος θαυμάζει
όσα εκείνος ψέγει και περιφρονεί.
Τον θορυβεί επαίνων βοερά φωνή,
κι εν μέσω των πολυταλάντων δώρων
αφηρημένος ίσταται ο μουσικός.

Η Ψήφος της Αθηνάς

Ότε το δίκαιον λύσεως αμοιρεί,
ότε η κρίσις των ανθρώπων απορεί
κι ανωτέρας αρωγής και φώτων χρήζει,
οι δικασταί σιγώσιν ασθενείς, μικροί,
κι η ευσπλαγχνία των Θεών αποφασίζει.

Εις τους δημότας Αθηνών είπε η Παλλάς,
«Το δικαστήριόν σας ίδρυσα. Ελλάς
ή άλλη πόλις ενδοξότερον ποτέ
δεν θέλει αποκτήσει. Άνδρες δικασταί,
φανείτε αντάξιοι αυτού. Ανοίκεια
πάθη απαρνηθείτε. Επιείκεια
το δίκαιον να συνοδεύη. Αυστηρά
αν ηναι η κρίσις σας, ας ήναι καθαρά
επίσης - ως αδάμας άσπιλος, αγνή.
Το έργον σας εις τα αγαθά και ευγενή
να ήναι οδηγία, και διοίκησις
σώφρων. Ουδέποτε μωρά εκδίκησις.»

Απήντησαν εν συγκινήσει οι αστοί�lt;/font>
«Ω δέσποινα, ο νους ημών αδυνατεί
ευγνωμοσύνης φόρον να εύρη επαρκή
εις την λαμπράν ευεργεσίαν.»

Η γλαυκή
τους οφθαλμούς θεά απήντησε�«Θνητοί,
το Θείον εξ υμών μισθόν δεν απαιτεί.
Ενάρετοι και αμερόληπτοι εστέ�amp;nbsp;
τούτο με αρκεί. Εξ άλλου, άνδρες δικασταί,
ψήφου μιας εφύλαξα δικαίωμα.»

Είπον οι δικασταί, «Εις το στερέωμα
το αστερόεν ζώσα, παρά ημίν, Θεά,
ενταύθα πώς ψηφίσεις;»

«Μη σας ανιά
η απορία αύτη. Εγκρατής ειμί
εν τω ψηφίζειν. Αλλά αν ευρεθή στιγμή
καθ ην διαιρεθήτο εις δύο σώματα,
οι μεν υπέρ, οι δε κατά, τα δώματα
χωρίς να αφίσω του ουρανού, υμείς αυτοί
την ψήφον μου θα χρησιμεύετε. Αστοί,
εις τον κατηγορούμενον επιθυμώ
πάντοτε να χαρίζηται. Εν τω θυμώ
της Αθηνάς σας η συγχώρησις οικεί
μεγάλη, ατερμάτιστος, προγονική,
ένστικτον εκ της Μήτιδος, η κορωνίς
σοφίας υπερτάτης εν τοις ουρανοίς.»

Το Καλαμάρι

Του ποιητού ιερό, τίμιο καλαμάρι,
που από μέσα σου ένας κόσμος βγαίνει,
κάθε μορφή κοντά σε εσένα σαν πηγαίνει,
γυρίζει με μια κάποια νέα χάρι.
Πού ηύρε η μελάνη σου τα μυθικά
τα πλούτη! Κάθε κόμπος της, εις το χαρτί σαν στάζει,
ένα διαμάντι περισσότερο μας βάζει
μέσα στης φαντασίας τα διαμαντικά.

Τα λόγια ποιος σε δίδαξε οπού στην μέση
ρίχνεις του κόσμου, και μας ενθουσιάζουν,
και των παιδιών μας τα παιδιά θα τα διαβάζουν
με την ιδία συγκίνησι και ζέσι.

Αυτά τα λόγια πού τα βρήκες που στα αυτιά μας
ενώ ηχούν σαν πρωτοακουσμένα,
όμως δεν φαίνονται και όλως διόλου ξένα -
σε άλλη ζωή θα τάξερε η καρδιά μας.

Η πέννα όπου βρέχεις, ωσάν δείκτης μοιάζει
που στο ρολόγι της ψυχής γυρίζει.
Των αισθημάτων τα λεπτά μετρά κι ορίζει,
ταις ώραις της ψυχής μετρά κι αλλάζει.

Του ποιητού ιερό, τίμιο καλαμάρι,
που από την μελάνη σου ένας κόσμος βγαίνει -
με έρχεται τώρα εις το νου πόσος θα μένη
κόσμος χαμένος μέσα σου, σαν πάρη
τον ποιητή μια νύκτα ο ύπνος ο βαθύς.
Τα λόγια θάναι πάντα εκεί, αλλά ποιο ξένο χέρι
θα ημπορέση να τα βρη να μας τα φέρη!
Εσύ, πιστό στον ποιητή, θα τα αρνηθής.

Φωναί Γλυκείαι

Είναι αι γλυκύτεραι φωναί όσαι διά παντός
εσίγησαν, όσαι εντός
καρδίας μόνον λυπηράς πενθίμως αντηχούσιν.

Εν τοις ονείροις έρχονται δειλαί και ταπειναί
αι μελαγχολικαί φωναί,
και φέρουν εις την μνήμην μας την τόσον ασθενή

αποθανόντας ακριβούς, ους κρύα κρύα γη
καλύπτει, και δια ους αυγή
ποτέ δεν λάμπει γελαστή, ανοίξεις δεν ανθούσιν.

Στενάζουν αι μελωδικαί φωναί, κι εν τη ψυχή
η πρώτη ποίησις ηχεί
του βίου μας - ως μουσική, την νύκτα, μακρυνή.

Ελεγεία των Λουλουδιών

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Κι από όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Αλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται,
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Αλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σε άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχονται οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε,
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τα αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Αλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Αυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε�lt;/font>
κι επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλι ήλθε καλοκαίρι κι οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Αλλά από το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Αυγούστου κρίνοι μας στέφουνε,
τα αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μας γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.

Ώραι Μελαγχολίας

Οι ευτυχείς την Φύσιν βεβηλούσι.
Της λύπης είναι τέμενος η γη.
Αγνώστου πόνου δάκρυ στάζει η αυγή,
αι ορφαναί εσπέραι αι χλωμαί πενθούσι,
και ψάλλει θλιβερά η εκλεκτή ψυχή.

Ακούω στεναγμούς εν τοις ζεφύροις.
Βλέπω παράπονον επί των ίων.
Αισθάνομαι του ρόδου αλγεινόν τον βίον,
μυστηριώδους λύπης τους λειμώνας πλήρεις,
κι εντός του δάσους του πυκνού λυγμός ηχεί.

Τους ευτυχείς οι άνθρωποι τιμώσι.
Και τους υμνούσι ψευδοποιηταί.
Αι πύλαι, πλην, της Φύσεως είναι κλεισταί
εις όσους αδιάφοροι, σκληροί γελώσι,
γελώσι ξένοι εν πατρίδι δυστυχεί.

Ο Οιδίπους

Εγγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουσταύου Μορώ.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και με όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισί της -
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα με όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα - και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι όμως δεν χαίρεται για αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θα αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

Ωδή και Ελεγεία των Οδών

Το περιπάτημα του πρώτου διαβάτου,
του πρώτου πωλητού η ζωηρά κραυγή,
το άνοιγμα των πρώτων παραθύρων,
της πρώτης θύρας - είναι η ωδή,
ην έχουν την πρωίαν αι οδοί.

Τα βήματα του τελευταίου διαβάτου,
του πωλητού του τελευταίου η κραυγή,
το κλείσιμον θυρών και παραθύρων
είναι της ελεγείας η αυδή,
ην έχουν την εσπέραν αι οδοί.

Πλησίον Παραθύρου Ανοικτού

Εν φθινοπωρινής νυκτός ευδία,
πλησίον παραθύρου ανοικτού,
εφ ώρας ολοκλήρους, εν τελεία,
ηδονική κάθημαι ησυχία.
Των φύλλων πίπτει η ελαφρά βροχή.

Ο στεναγμός του κόσμου του φθαρτού
εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί,
αλλά είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.
Ανοίγει το παράθυρόν μου κόσμον
άγνωστον. Αναμνήσεων ευόσμων,
αρρήτων μοι προσφέρεται πηγή.
Επί του παραθύρου μου πτερά
κτυπώσι - φθινοπωρινά πνεύματα δροσερά
εισέρχονται και με περικυκλούσι
κι εν τη αγνή των γλώσση μοι λαλούσι.

Ελπίδας αορίστους και ευρείας
αισθάνομαι, κι εν τη σεπτή σιγή
της πλάσεως, τα ώτα μου ακούουν μελωδίας,
ακούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
εκ του χορού των άστρων μουσικήν.

Ένας Έρως

Δεν λιγοστεύει η συμφορά όσω και αν την λέγης.
Αλλά είναι πόνοι που ήσυχα μες στην καρδιά δεν μένουν.
Διψούν με το παράπονο να βγουν να ξεθυμάνουν.

Ο Αντώνης με αγάπησε κι εγώ τον αγαπούσα.
Και με έδωκε τον λόγο του πως άλλην δεν θα πάρη!
Αλλά ήτανε πτωχός πολύ κι είχεν υπερηφάνεια.
Για αυτό σηκώθη κι έφυγε με ένα άτυχο καράβι
με τον σκοπό να βρη δουλειά, μια τέχνη να αποκτήση.
Να γίνη ναύτης ήθελε, και πλοίαρχος μια μέρα,
κι έπειτα να στεφανωθή με ήσυχη την καρδιά του.

Αχ, μια χρονιά δεν σώθηκε�και πέφτει ο πατέρας
και σπάνει το ποδάρι του και το δεξί του χέρι.
Αρρώστησεν η μάνα μου. Ό,τι μας είχε μείνει,
λίγο μπακίρι παλαιό, ασημικό ολίγο,
κάτι μικρά διαμαντικά που φύλαγε η μητέρα,
πουλήθηκαν για τίποτε.
Έγινε η συμφορά μας
η ομιλία του χωριού. Εις τα μεγάλα σπίτια
την είδησί της έδωκαν, κι από το αρχοντικό του
συχνά ο Σταύρος ήρχονταν σαν φίλος και προστάτης
στο σπίτι μας... και με έβλεπε με αγάπη μες στα μάτια.

Δεν δούλεβε ο πατέρας μου, η μάνα δεν κεντούσε.
Μέρα και νύχτα δούλεβα και έχυνα το φως μου
κι ωστόσο δεν κατόρθωνα να βγάλω το ψωμί των.
Ο Σταύρος ήταν πλούσιος και με καρδιά μεγάλη.
Απλά - χωρίς καυχήματα, χωρίς κομποφανία -
και μυστικά, τους έδιδε τα μέσα και τους ζούσε.
Και η ψυχή μου χαίρονταν για τους φτωχούς γονείς μου -
και η ψυχή μου έκλαιε για την φτωχή εμένα.
Πολύ καιρό δεν άργησεν η άτυχη ημέρα
που μες στον κάμπο στάθηκε κοντά μου, και με πήρε
το χέρι και με κύτταζε... Έτρεμα σαν το φύλλο
γιατί ήξευρα τι ήθελε, και δεν τον αγαπούσα...
Εδίσταζαν στα χείλη του τα λόγια - ως που είπε,
«Φρόσω, για το χατίρι τους δεν στέργεις να με πάρης;»

Όχι, με εφώναζε η καρδιά ζητώντας τον Αντώνη.
Αλλά βαρυά σηκώθηκε Βοριάς αγριεμένος,
κι έλεγαν το καράβι του πως χάθηκε στα ξένα.
Αχ, πώς εβγήκε το σκληρό, φαρμακευμένο ψέμα!...
Αχ, πώς να ζω η δύστυχη να κλαίω νύχτα, μέρα!...

Με έλεγε ο πατέρας μου πολλά για να με πείση.
Αλλά η καλή μητέρα μου δεν με έλεγε μια λέξι,
μόνο στα μάτια με έβλεπε, κι η λύπη και η φτώχεια
έτρεχαν από πάνω της. Έχασα κάθε θάρρος.
Δεν βάσταξα. Τον έδωκα το χέρι μου. Θαμμένη
βαθυά μέσα στην θάλασσα ήτανε η καρδιά μου.

Όλαις η κόραις του χωριού την τύχην μου φθονούσαν
που έπαιρνε άνδρα πλούσιο και άρχοντα μεγάλο,
εγώ μια κόρη χωρική, εγώ φτωχειά μια κόρη.

Δεν είδε μεγαλύτερο γάμο από τον δικό μας
ποτέ του το χωριό. Μικροί, μεγάλοι μαζωχθήκαν
για να ιδούν του άρχοντα την τυχερή την νύφη.
Με πασχαλιαίς τον δρόμο μας έρραναν και με ρόδα.
Παντού χοροί και μουσικαίς, τραγούδια και τραπέζια.
Για μένα νύχτα ήτανε. Μαύρα φορούσαν όλα.

Τέσσαρες μήνες πέρασαν μονάχα που τον πήρα,
και μια βραδυά που έρημη στην πόρτα του σπιτιού μου
στέκουμουν, βλέπω την σκια εμπρός μου του Αντώνη.
Με φάνηκε σαν όνειρο, δεν πίστευα το φως μου,
έως που με είπε «Αγάπη μου, γιατί είσαι λυπημένη;
Τα βάσανά μας τέλεψαν, ήλθα για να σε πάρω.»

Πικρά, πικρά τον δέχθηκα και του τα είπα όλα.
Και έσφιξα τα χέρια του σαν πριν μες στα δικά μου,
και τον εφίλησα σαν πριν, κι έκλαψα στον λαιμό του.
Είπα πως δεν αγάπησα άλλον από εκείνον...
Τον είπα πως με εγέλασαν, πως μες στην τρικυμία
επίστεψα που πνίχθηκε... Πως μόνο για χατίρι
της μάνας, του πατέρα μου πανδρεύθηκα... Μαζύ του
πως προτιμούσα βάσανα, φτώχεια, και καταφρόνια,
από όσα πλούτη έχει η γη που να τα φέρνη άλλος...
Τον είπα πως τον αγαπώ σαν πρώτα, μόνον τώρα
ο έρως μου είναι φωτιά άσβεστη που με καίει,
τώρα που ξέρω πως ποτέ, ποτέ, ποτέ δικός μου
δεν θε να γίνη και εγώ δική του... Και τον είπα,
απ' την παληά αγάπη του αν έμεινε ολίγη,
να ορκισθή να μη με διη ποτέ πια στην ζωή του...
Και άλλα, άλλα έλεγα�άλλα που δεν θυμούμαι.
Έκαιε το κεφάλι μου. Με έφευγε ο νους μου.

Τώρα πια όλα τέλεψαν. Εμαύρισε η ζωή μου.
Δεν θάχη πια ποτέ χαρά για μένει αυτός ο κόσμος.
Ας με έπαιρνε ο θάνατος!... Αλλά πώς να πεθάνω-
έχω πληγή μες στην καρδιά, μα είμαι ακόμη νέα.

Μνήμη

Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
του αχαρίστου όχλου των θνητών.
Είναι οι θεοί αθάνατοι. Από τα βλέμματά μας
τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.
Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
Εν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις,
της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν,
σφρίγος από τον βίον των θεών
περνά την ατμοσφαίραν της, και κάποτε αιθερία
μορφή επί των λόφων της πετά.

Ο Θάνατος του Αυτοκράτορος Τακίτου

Είναι ασθενής ο αυτοκράτωρ Τάκιτος.
Το γήρας του δεν ηδυνήθη το βαθύ
τους κόπους του πολέμου να αντισταθή.
Εις μισητόν στρατόπεδον κατάκοιτος,
εις τα άθλια τα Τύανα -τόσω μακράν!-

την φίλην ενθυμείται Καμπανίαν του,
τον κήπον του, την έπαυλιν, τον πρωινόν
περίπατον -τον βίον του προ εξ μηνών.-
Και καταράται εις την αγωνίαν του
την Σύγκλητον, την Σύγκλητον την μοχθηράν.

Τα Δάκρυα των Αδελφών του Φαέθοντος

Ως φως εν ύλη, ως διαφανής
χρυσός ο ήλεκτρος είναι ο τιμαλφής.-
Ότε απαίσιος δύναμις εμμανής,
φθονούσα τον Φαέθοντα, εκ κορυφής

τον κατεκρήμνισε των ουρανών,
αι αδελφαί του ήλθον μελανείμονες
εις το υγρόν του μνήμα, τον Ηριδανόν,
κι ημέραν, νύκτα έκλαιον αι τλήμονες.

Κι εθρήνουν μετά αυτών όλοι οι θνητοί
την ματαιότητα ονείρων υψηλών.
Ω τύχη άσπλαγχνος, ω μοίρα μισητή,
έπεσεν ο Φαέθων εκ των νεφελών!

Εντός των ταπεινών μας εστιών
ας ζήσωμεν ολιγαρκείς και ποταποί,
εκβάλωμεν τους πόθους εκ των καρδιών.
ας παύση πάσα προς τον ουρανόν ροπή.

Έκλαιον πάντοτε αι δυστυχείς,
έκλαιον του Φαέθοντος αι αδελφαί,
κι επί εκάστης του Ηριδανού πτυχής
αντανεκλώντο αι ωχραί αυτών μορφαί.

Εν άκρα συγκινήσει τα σεπτά
δάκρυα των νυμφών εδέχετο η γη
και εθησαύριζεν. Ως δε έγιναν επτά
ημέραι, κι η ογδόη έλαμψεν αυγή,

εις αιωνίαν παρεδόθησαν
στιλπνότητα τα κλαύματά των τα πολλά
κι εις ήλεκτρον λαμπρόν μετεμορφώθησαν.
Ω λίθε εκλεκτέ! ω δάκρυα καλά!

Θρήνος γενναίος, θρήνος ζηλευτός,
μεστός αγάπης και μεστός μαρμαρυγής -
τίμιαι αδελφαί, με δάκρυα φωτός
εκλάψατε τον κάλλιστον νέον της γης.

Τα Βήματα των Ευμενίδων

Κοιμάται ο Νέρων εν τω ανακτόρω του
ήσυχος, ασυνείδητος, και ευτυχής -
ακμαίος εν τη ευρωστία της σαρκός
κι εν τω ωραίω σφρίγει της νεότητος.

Αλλά οι Λάρητές του είναι ανήσυχοι.
Τρέμουσι της εστίας οι μικροί θεοί,
και τα ασήμαντά των σώματα ζητούν
να κρύψουν, να μικρύνουν, να αφανίσωσι.
Διότι ήκουσαν κρότον απαίσιον -
κρότον Ταρτάρειον, κρότον θανάσιμον -
ερχόμενον από την κλίμακα, και ευθύς
οι δείλαιοι Λάρητες, με λιπόθυμον
όλην την ασθενή αυτών θεότητα,
εμάντευσαν, ησθάνθησαν, εγνώρισαν
τα φοβερά των Ευμενίδων βήματα.

Η Αρχαία Τραγωδία

Η αρχαία τραγωδία, η αρχαία τραγωδία
είναι ιερά κι ευρεία ως του σύμπαντος καρδία.
Την εγέννησεν εις δήμος, μία πόλις Ελληνίς,
αλλά ευθύς εκείνη έπτη, κι έστησεν εν ουρανοίς
την σκηνήν

Εν θεάτρω Ολυμπίω, εν αξία των κονίστρα,
ο Ιππόλυτος, ο Αίας, Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
την ζωήν μας διηγούνται την δεινήν και την κενήν
και ελέους θείου πίπτει εις την γην την αλγεινήν
η ρανίς.

Υπό την μικροτέραν την μορφήν την τραγωδίαν
έβλεπε και εθαύμαζε των Αθηνών ο δήμος.
Η τραγωδία ήκμαζεν εντός του σαπφειρίνου
θεάτρου τιυ ουρανού. Εκεί ακροατάς της είχε
τους αθανάτους. Κι οι θεοί, επί εδρών μεγάλων
εκ καθαρού αδάμαντος, ήκουον εν αφάτω
ευχαριστήσει τους καλούς του Σοφοκλέους στίχους,
του Ευριπίδου τους παλμούς, το ύψος του Αισχύλου,
και του λεπτού Αγάθωνος Ατθίδας φαντασίας.
Αντάξιοι υποκριταί των υψηλών δραμάτων
ήσαν αι Μούσαι, ο Ερμής και ο σοφός Απόλλων,
ο προσφιλής Διόνυσος, η Αθηνά κι η Ήβη.
Και επληρούντο του ουρανού με ποίησιν οι θόλοι,
αντήχουν οι μονόλογοι, εύγλωττοι και πενθούντες,
και οι χοροί, ακένωτοι πηγαί της αρμονίας,
κι οι ευφυείς διάλογοι με τας βραχείας φράσεις.
Η φύσις όλη ευλαβής εσίγα, μη ταράξη
την θεσπεσίαν εορτήν θόρυβος τρικυμίας.
Ακίνητοι και ευλαβείς, αήρ, και γη, και πόντος
εφρούρουν των μεγάλων των θεών την ηρεμίαν.
Και κάποτε τοις ήρχετο ηχώ από τα άνω,
ολίγων στίχων έπνεεν άυλος ανθοδέσμη,
με «Εύγε, εύγε» των θεών, τρίμετροι μεμιγμένοι.
Κι έλεγεν ο αήρ τη γη, κι η γραία γη τω πόντω,
«Σιγή, σιγή, ακούσωμεν. Εντός του ουρανίου
θεάτρου, την παράστασιν τελούν της Αντιγόνης.»

Η αρχαία τραγωδία, η αρχαία τραγωδία
είναι ιερά κι ευρεία ως του σύμπαντος καρδία.
Την εγέννησεν εις δήμος, μία πόλις Ελληνίς,
αλλά ευθύς εκείνη έπτη, κι έστησεν εν ουρανοίς,
την σκηνήν.

Εν θεάτρω Ολυμπίω, εν αξία των κονίστρα,
ο Ιππόλυτος, ο Αίας, Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
διηγούνται την ζωήν μας την δεινήν και την κενήν
και ελέους θείου πίπτει εις την γην την αλγεινήν
η ρανίς.

Ο Οράτιος εν Αθήναις

Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.
Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κι εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον
με ανατολικά κεντήματα ερυθρά.
Η γλώσσα του είναι Αττική και καθαρά,
αλλά ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά

τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,
κι η Αθηναία τον ακούει εν σιγή

τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον,
κι έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.

Φωνή από την Θάλασσα

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή -
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,

γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.

Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος, θα σε πη μια λέξι
το κύμα από τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή -
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;-
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαιν για ταις γυναίκας των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κι εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;-
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ' ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα πάη,
θυμίαμα να κάψη και να πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν, και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν

Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική,
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κι εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τα άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Αλλά από αυτά απέρχονται οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κι εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.

Η Κηδεία του Σαρπηδόνος

Είναι η καρδία του Διός πλήρης οδύνης.
Ο Πάτροκλος εφόνευσε τον Σαρπηδόνα.

Βουλήν της Μοίρας εσεβάσθη ο Θεός.
Αλλά ο πατήρ θρηνεί την δυστυχίαν του.

Του Μενοιτίου ο υιός ανίκητος,
οι Αχαιοί ως λέοντες βρυχώμενοι,
ζητούσι τον νεκρόν να αρπάξουν, και βοράν
εις κόρακας κι εις κύνας να τον ρίψωσιν.

Αλλά ο Ζευς δεν στέργει την ταπείνωσιν.
Του προσφιλούς και τιμημένου του υιού
το σώμα δεν θα αφίση να υβρίσωσιν.

Ιδού από το άρμα του κατέρχεται
επί της γης ο Φοίβος, δία εντολή.
Του Σαρπηδόνος τον νεκρόν αι θεϊκαί
χείρες του σώζουσι, και εις τον ποταμόν
τον φέρουσι και ευλαβώς τον νίπτουσι.
Πλύνεται η κόνις και το αίμα το πηκτόν,
και του δικαίου και ανδρείου ήρωος
η φυσιογνωμία αναφαίνεται.
Της αμβροσίας χύνει τα αρώματα
επί του πτώματος ο Φοίβος δαψιλώς
και το περικαλύπτει με Ολύμπια,
αθάνατα φορέματα. Του στήθους του
κλείει την χαίνουσαν πληγήν. Σχηματισμόν
ήρεμον κι εύχαριν δίδει εις τα μέλη του.
Το δέρμα του λαμπρύνεται. Κτεις φωτερά
την κόμην του κτενίζει, κόμην άφθονον
και μέλαιναν, ην έτι δεν ητίμασε
λευκή τις θριξ.
Ως νέος φαίνεται αθλητής
αναπαυόμενος - ως νέος εραστής
ονειρευόμενος χαράν και έρωτας
με κυανά πτερά και με ουράνια
τόξα - ως νέος και ευδαίμων σύζυγος,
εν πάσι του τοις συνηλίκοις τυχηρός,
καλήν κερδίσας νύμφην και ανάεδνον.

Την εντολήν του περατώσας ο Θεός,
τον Ύπνον και τον Θάνατον, τους αδελφούς,
καλεί, και διατάττει εις την εκτενή
Λυκίαν να μεταφερθή ο Σαρπηδών.

Ως εν αγκάλαις πατρικαίς και τρυφεραίς
τον έλαβον ο Ύπνος και ο Θάνατος
με λύπην και αγάπην και με προσοχήν
μη του νεκρού προσώπου διαταραχθή
η σοβαρά γαλήνη, μη του ανδρικού
σώματος η μεγαλοπρέπεια βλαβή.

Οι Λύκιοι βαθέως προσεκύνησαν
της φοβεράς αναισθησίας τους Θεούς,
και τον καλόν τον άνακτα παρέλαβον
νεκρόν το πνεύμα, αλλά την μορφήν λαμπρόν,
ακμαίον, και ευώδη, και γαλήνιον.

Μνημείον τω ανήγειραν μαρμάρινον,
κι επί της βάσεώς του με αναγλυφάς
έμπειροι γλύπται εξιστόρησαν τας νίκας
του ήρωος και τας πολλάς του εκστρατείας.